22/3/10

ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ξεκρέμασα επιτέλους την επιγραφή "Κλειστόν λόγω ομιλίας", ξεσκόνισα, έπλυνα τις κουρτίνες και άνοιξα πάλι το μαγαζί! Τι ήταν κι αυτό που περάσαμε? Τι άγχος! Χωρίς λόγο και αιτία βέβαια αλλά αυτά τα λέμε μετά... Μέχρι να γίνει η ομιλία πεθαίνουμε... Τουλάχιστον οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, αν μη τι άλλο, αποκομίσαμε γνώσεις, μέσα από την ετοιμασία. Ας έρθω στο προκείμενο.
Παρασκευή βράδυ ήμαστε ακόμα στη δουλειά, όταν το κινητό τηλέφωνο της κυρίας μου χτύπησε ξαφνικά και εκείνη αντίκρυσε με τρόμο την οθόνη. Ήταν η Κυρία Του Καλού Κόσμου! Έπρεπε να απαντήσει! Δεν μπορούσε να μην απαντήσει! Ξεροκατάπιε και πάτησε το κουμπάκι. Η Κυρία Του Καλού Κόσμου βρισκόταν και εκείνη ακόμα στη δουλειά της, κουνώντας τα νήματα μιας βιαστικής στατιστικής ανάλυσης μερικών δεδομένων για τα οποία η δική μου κυρία είχε κάποιο λόγο. Η Τσιριμπόμ ήταν μαδημένη από την κούραση (δούλευε ήδη 14 ώρες και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι), η Κυρία σε λίγο θα έφευγε για το θέατρο. Ασύγκριτα μεγέθη!
Ποία όμως είναι η  Κυρία Του Καλού Κόσμου και τι δουλειά έχουμε εμείς με αυτήν?  Ο Λύσανδρος, συνάδελφος της Τσιριμπόμ σε άλλη υπηρεσία, της γνώρισε την Κυρία, για να επεκτείνουν κάποιες συνεργασίες επιστημονικού χαρακτήρα στο Πανεπιστήμιο. Τα πανεπιστήμια πρέπει να δείχνουν έργο, οι Πανεπιστημιακοί να φτιάχνουν βιογραφικά, οι φοιτητές να κάνουν διατριβές κλπ. κλπ. Τι σχέση έχει η δικιά μας με όλα αυτά? Είναι μήπως πανεπιστημιακός? Φτου φτου φτου....φάτε τη γλώσσα σας... Άκου πανεπιστημιακός! Με χωρίς θείο, μπαμπά, μεγάλο σαλόνι, τζάκι, πολλά λεφτά, προελεύσεως και κάτοικος Άλλου Μπύθουλα... Συνέλθετε!
Η εμπλοκή της εντάχθηκε στο γενικότερο κεφάλαιο ¨Αδυνατώ να πω ΟΧΙ". Έτσι, όταν ο Λύσανδρος της είπε για τη συνεργασία, στην οποία η κυρία μου θα προσέφερε το υλικό και το Πανεπιστήμιο την επεξεργασία του στο εργαστήριο, εκείνη ντράπηκε να του πει ότι προτιμά να ασχολείται με εντελώς διαφορετικά πράγματα από αυτά (τα εξωσχολικά βιβλία της, τις πεζοπορίες της, τα λουλούδια της...). Η αλήθεια είναι ότι ο Λύσανδρος είναι ο ευγενέστερος άνθρωπος που γνωρίζει η κυρία μου. Η ευγένεια και η παιδεία του, ολίγον οξφορδιανές, ήταν υπεύθυνες για την υποχώρηση της και το μπλέξιμο σε όλη αυτή την ιστορία της Πανεπιστημιακού Δασκάλας.
Όταν είχε συναντήσει για πρώτη φορά την Κυρία Του Καλού Κόσμου η Τσιριμπόμ είχε περίπου φρίξει. Οι ηλικίες τους ήταν κοντά αλλά εκεί σταματούσε η όποια ομοιότητα. Στο φέουδο της, πλαισιωμένη από ένα σωρό φοιτητές - δούλους, δεσποτική, ανταγωνιστική και απρόσιτη, πιέστηκε να είναι φιλική με την κυρία μου στα πλαίσια της επερχόμενης συνεργασίας. Προσεγμένα ντυμένη, αν και άχαρη, με μαλλί κομμωτηρίου και συμπεριφορά στημένη, έκανε την κυρία μου να νιώσει άβολα από την πρώτη στιγμή. Οι συγκρίσεις ωχριαστικές! Εκείνη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου, με Αμερικές, απόλυτα πετυχημένη (με τους όρους που επικρατούν στη μάζα), σωρεία τα papers και τα masters που επέβλεπε, οι φοιτητές σούζα, λίστα τα συνέδρια στο εξωτερικό, πολλές οι πανεπιστημιακές ευθύνες, η πανεπιστημιακή δόξα...  Απέναντι ο φτωχός συγγενής - Τσιριμπόμ, όπως είναι γνωστή κουτσά στραβά από άλλες περιγραφές του συγγραφέα. Πετυχημένη κι αυτή, δε λέω, αλλά με άλλα μέτρα και σταθμά. (Προχθές γύρισε με μια τσάντα χόρτα βουνού που της έφερε ένας κύριος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη βοήθεια της! Επιτυχία είναι κι αυτό).
Σιγά σιγά η κυρία μου εξοικειώθηκε με την Κυρία και ένιωθε λιγότερο άβολα με τον καιρό. Το ίδιο και η άλλη. Οι επαφές τους έμειναν και μένουν κυρίως τηλεφωνικές.
Θεωρητικά, η Κυρία Του Καλού Κόσμου προέρχεται και αντιπροσωπεύει μια Σχολή του Πανεπιστημίου κατώτερη της Σχολής της κυρίας μου. Η κατώτερη σχολή χρησιμοποιεί την ανώτερη για ερευνητικούς σκοπούς, επειδή η ανώτερη έχει το ενδιαφέρον υλικό. Η μια Κυρία λοιπόν, αν και καθηγήτρια, μεγάλη και τρανή, με δάφνες και παραδάφνες, φαίνεται να νιώθει λίγο μειονεκτικά μπρος στην δική μου κυρία, η οποία αν και περίπου σφουγγαρίζει στο χώρο της, δεν παύει να έχει σημαντική θέση σε απτή προσφορά λύσης περίπλοκων προβλημάτων. Υποβόσκει λοιπόν μια, να το πω, παραδοχή ή ίσως ίσως θαυμασμός από την πλευρά της Κυρίας προς την Τσιριμπόμ. Σα να λέμε ότι η μια είναι Καθηγήτρια Ιχθυοτροφείων στο Πανεπιστήμιο και η άλλη Νομικός - Δικηγόρος εξειδικευμένη στα προβλήματα των ψαριών. Ελπίζω να ήμουν σαφές. Από την άλλη, η Κυρία Του Καλού Κόσμου, με το μαλλί κομμωτηρίου και τον τουπέ, γνώρισε την κυρία μου που είναι πολύ απλή, πάντα γελαστή και ανεπιτήδευτη. Επιπλέον, της αναγνώρισε ότι σε αντίθεση με εκείνη που δουλεύει σε εργαστήριο, η κυρία μου σκοτώνεται στα σαλόνια αλλά και στα αλώνια της καθημερινής πρακτικής αλλά έχει το νου της και στα ερευνητικά, στην εκπαίδευση των νεότερων, κλπ. κλπ. Οπότε, κατέβηκε ένα σκαλί από το βάθρο της για να μελετήσει ένα θηλυκό των δυτικών προαστείων.
Θυμάμαι πριν 3-4 χρόνια, παραμονές Χριστουγέννων, η Κυρία Του Καλού Κόσμου πήρε σπίτι μας τηλέφωνο για να μας καλέσει σε ένα lab party (από το laboratory) όπως είπε! Το πάρτυ θα γινόταν στο σπίτι της στα βόρεια προάστεια.  Η Τσιριμπόμ μόνο που δε λιποθύμισε όταν άκουσε την πρόσκληση. Το τελευταίο που θα ήθελε ήταν ένα βράδυ μέσα σε αγνώστους, στημένη σα να είχε καταπιεί μπαστούνι. Πήγε όμως. Κατέστρωσε επιτελικά σχέδια, βρήκε ρούχο αξιοπρεπές, αγόρασε δώρο της εμβέλειας Κυριών Καλού Κόσμου και απορροφήθηκε από το πρωτόκολλο. Εκείνο που κυρίως την ώθησε ήταν η περιέργεια να δει από κοντά πώς ζει μια Κυρία Του Καλού Κόσμου. Το σπίτι ήταν μονοκατοικία με κήπο, με σαλόνια και παρασαλόνια, δωμάτια και παραδωμάτια. Απέπνεε οικονομική άνεση αλλά και γούστο (ξέρετε ότι είμαι δίκαιο). Οι οικοδεσπότες ήταν προσηνείς, τα εδέσματα της οικιακής βοηθού νόστιμα, οι φοιτητές του εργαστηρίου έδιναν μια νότα ανάλαφρη στο χώρο και τελικά περάσαμε όλοι καλά. Πάντως δεν είχαν καναρίνι αυτοί.
Τώρα που σας έβαλα στο κλίμα θα έρθω και στην ιστορία του τίτλου : Οι Κυρίες Του Καλού Κόσμου. Πληθυντικός. Πριν δύο μήνες χτύπησε πάλι το κινητό της Τσιριμπόμ και είδε με τρόμο το όνομα της Κυρίας του παρόντος αφιερώματος. "Ωχ", σκέφτηκε η Τσιριμπόμ, "τι να θέλει πάλι?". Μετά τα τυπικά, της έσκασε τη βόμβα. Η αδελφή της αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα και ήθελε τη γνώμη της κυρίας μου. Η αδελφή, υψηλά ιστάμενη σε έναν ευρωπαϊκό οργανισμό, μένει μόνιμα στην πρωτεύουσα που εδρεύει ο οργανισμός αυτός και πηγαινοέρχεται σε όλο τον κόσμο συχνά πυκνά για δουλειές εξίσου υψηλά ιστάμενες. Για το πρόβλημα της είχε ζητήσει συμβουλή από τους εκεί ειδικούς αλλά κάπου θεώρησε ότι δεν της δόθηκε η δέουσα προσοχή, κάπου δεν λύθηκε εντελώς το πρόβλημα, δεν ξέρω... Το αποτέλεσμα ήταν η  Κυρία να ζητήσει από την Τσιριμπόμ να της ορίσει μέρα και ώρα που θα μπορούσε να τη δει. Τώρα που λίγο πολύ καταλαβαίνετε τι εστί Τσιριμπόμ, φανταστείτε τι έπαθε η κακομοίρα. Έμεινε με το ακουστικό στο χέρι, ξεροκατάπιε και άρχισε τις διερευνητικές ερωτήσεις. Χαμένη υπόθεση. Η ιστορία είχε πάρει το δρόμο της. Μην ξεχνάτε ότι και η άλλη δεν είναι καμιά χαζή, είναι εύκολο να διαβάσει μια άρνηση μέσα από μια δικιολογία. Η κυρία μου όρισε συνάντηση την επόμενη Τετάρτη. Παρηγορήθηκε προσωρινά με την ιδέα ότι μέχρι την επόμενη Τετάρτη μπορούσαν να συμβούν πολλά ανασταλτικά του ταξιδιού.
Η αδελφή θα παραλάμβανε την αδελφή από το αεροδρόμιο και θα την έφερνε στη δουλειά της Τσιριμπόμ. Μετά θα πήγαιναν να δουν τη μαμά τους και την επομένη θα έφευγε πάλι για την ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της. Τι καταλάβατε από όλα αυτά? 1. Η αδελφή θα ερχόταν ειδικά για να δει την κυρία μου! 2. Αλλοίμονο στην κυρία μου αν δεν της έλυνε το πρόβλημα.
Οι νύχτες αγρύπνιας διαδέχτηκαν η μια την άλλη. Αυτό που για άλλους θα αποτελούσε, ας πούμε, τιμή, για τη φτωχή Τσιριμπόμ ήταν όνειδος! Το άγνωστο πρόβλημα ήρθε και κάθισε βαρύ στους ώμους της και κινδύνεψε να την κοντύνει κι άλλο. Χίλιες σκέψεις και σενάρια φανταζόταν... Στο τέλος το πήρε απόφαση και περίμενε στωικά την Τετάρτη. Ξημέρωσε κάποτε αυτή η Τετάρτη και η κυρία μου ενημέρωσε όποιον μπορούσε στο γραφείο ότι θα δεχόταν δύο Κυρίες Του Καλού Κόσμου. Αυτό αποτελούσε από μόνο του αξιοθέατο διότι στο γραφείο τους είναι όλοι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, με πρώτο και καλύτερο το Διευθυντικό Στέλεχος. Οι Κυρίες Του Καλού Κόσμου σπανίζουν στην υπηρεσία τους και όλοι είναι ευτυχείς για αυτό, επειδή τέτοιες παρουσίες προκαλούν μια γενική απορρύθμιση. Άσε που είναι σίγουρο ότι κανένας δεν μπορεί να φερθεί όπως πρέπει σε κυρίες τέτοιου είδους!
Στην υπηρεσία της κυρίας μου η ζωή εκτυλίσσεται σε ένα μεγάλο κοινό γραφείο. Εκεί κάθονται συνήθως όλοι, γύρω στα 14 άτομα. Κάποιες φορές αποσύρεται το Διευθυντικό Στέλεχος στο γραφείο του, ο Παχουλός Κύριος με την Ξανθιά Κυρία στα δικά τους αλλά γενικά όλοι κλωθογυρίζουν στο μεγάλο γραφείο. Η Τσιριμπόμ έχει ένα δικό της γραφείο στολισμένο με Μονέ αλλά εκείνο είναι ένα κέντρο διερχομένων. Φιλοξενεί το φωτοτυπικό μηχάνημα, δύο υπολογιστές και ντουλάπες φύλαξης ρούχων και πορτοφολιών. Αφού το σκεφτόταν μέρες, αποφάσισε να τις δεχτεί στο γραφείο της. Τουλάχιστον είχε τους Μονέ να δείξει.
Ήρθαν ωσάν φρεγάτες, αποπνέοντας αέρα του εξωτερικού. Παραπονέθηκαν για την κίνηση στο δρόμο χωρίς να ζητήσουν συγνώμη για την αργοπορία τους. Η κυρία μου έσβηνε τα κάρβουνα από τον πωπό της και κατάπιε κρυφά το δεύτερο λεξοτανίλ (ψέματα, δεν παίρνει τέτοια, φοβάται). Για να μην πολυλογώ στην ήδη μεγάλη σημερινή ανάρτηση, η Άλλη Κυρία Του Καλού Κόσμου άρχισε να αναλύει το πρόβλημα της στην κυρία μου η οποία άκουγε στωικά. Κουβέντιασαν για λίγο, διαμορφώθηκε μια άποψη και προχώρησαν στις οδηγίες. Από κει και πέρα χάθηκε η μπάλα. Άνοιξε 80 φορές η πόρτα, χωρίς προηγουμένως να χτυπήσει κανείς, μπήκε όποιος μπορείτε να φανταστείτε είτε για να βγάλει φωτοτυπίες, είτε για να πάρει σφραγίδα της κυρίας μου, είτε για να τη ρωτήσει κάτι, είτε για να δει κάτι στον υπολογιστή, είτε για να ζητήσει μια άμεση οδηγία, είτε για να δει αν είναι κάποιος μέσα και να πει "α, εδώ είσαι!", είτε για να τη ρωτήσει πώς θα βγει έξω από το κτίριο... Το κλου ήταν ένας κύριος που πουλούσε κεριά. Κάθε φορά που άνοιγε ξαφνικά η πόρτα, οι Κυρίες Του Καλού Κόσμου αναπηδούσαν θορυβημένες και κοίταζαν με θαυμασμό και απορία την πόρτα που κανένας δεν είχε χτυπήσει πρώτα για να μπει. Οι φράσεις τους είχαν τόσες πολλές φορές διακοπεί που έστεκαν πάνω από τα κεφάλια τους σαν ξεφτισμένα κουρέλια. Τα πρόσωπα τους άρχισαν να αποκτούν μικρά κόκκινα σπυράκια συγκεκαλυμένης αγανάκτησης για την οποία δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα.
Μέσα σε όλον αυτόν τον κυκεώνα η Τσιριμπόμ στάθηκε βράχος. Χρόνια μαθημένη σε ένα τέτοιο κλίμα αγένειας, ταχύτατης λύσης προβλημάτων και συνεχούς εξυπηρέτησης όλων, άρπαζε και ξανάραβε τα κουρέλια των φράσεων, κάλυπτε τα κενά και συνέχιζε τις κουβέντες από εκεί που κόβονταν, γεμάτη ευγένεια, χάρη, σαφήνεια, αισιοδοξία και σιγουριά. Το πρόβλημα της Κυρίας δεν ήταν τίποτε σπουδαίο, ήταν μάλιστα λυμένο ήδη από τους άλλους. Απλώς δεν είχε σερβιριστεί σωστά η λύση του. Άρπαξε η Τσιριμπόμ ένα δίσκο, έβαλε ωραίες γαρνιτούρες, μπόλικη σως, πασπάλισε το κρέας με τη σιγουριά της και τον πρόσφερε. Οι Κυρίες έφυγαν μαγεμένες και η Τσιριμπόμ χώθηκε ευτυχής στη χαύρα του μεγάλου γραφείου, πρόθυμη να λύσει τις απορίες όλων για τις Κυρίες Του Καλού Κόσμου. Όλοι βέβαια είχαν περάσει από το γραφείο για να δουν τα αξιοθέατα και την υποδέχτηκαν με διάφορες κραυγές : "Καλέ τι ήταν αυτές? Τι ξινίλα? Πώς άντεξες? Πώς μας κοιτούσαν έτσι όταν μπαίναμε?" κλπ. κλπ. Επαναλαμβάνω ότι είμαι αρρωστημένα δίκαιο και οφείλω να πω ότι ούτε αυτή η συμπεριφορά ήταν σωστή. Είναι πολύ άσχημο να πρέπει να μιλήσεις με κάποιον κατ΄ ιδίαν και να μην έχεις έναν αξιοπρεπή χώρο με ησυχία. Να μη χτυπούν την πόρτα όταν πρέπει να μπουν σε ένα γραφείο. Να σε διακόπτουν θέλοντας όλοι να κάνουν τη δουλειά τους εδώ και τώρα. Να αποτελούν όλοι μέρος της αγένειας που καταδικάζουν... 
Αυτή την επίσκεψη θυμήθηκα με το τηλέφωνο της Παρασκευής από την Κυρία Του Καλού Κόσμου. Μεταξύ άλλων η Κυρία ανέτρεξε στην ιστορία της αδελφής της και γεμάτη έκπληξη είπε στην κυρία μου πόση εντύπωση της έκανε όλη αυτή η φασαρία και οι απανωτές διακοπές που συνάντησε στο γραφείο της. "Μα να μη μπορείς να μιλήσεις ήσυχα μισή ώρα?", απόρησε. Αυτό ήθελε και η Τσιριμπόμ. Να καταλάβει ότι άλλος ο κόσμος ο δικός της και άλλος του εργαστηρίου. Να καταλάβει ότι η ασφάλεια των σωληναρίων δεν έχει καμία σχέση με το εδώ και τώρα της καθημερινότητας της δικής της, όπου όλοι θέλουν μια απάντηση και μια λύση. Αυτή άλλωστε είναι η πλειοψηφία του κόσμου : αγενείς και άξεστοι. Τα ραφιναρισμένα προάστεια τα δικά της είναι μακριά. Όταν τη ρώτησε με τη σειρά της τι κάνει η αδελφή της, γεμάτη έκπληξη τη ρώτησε : "Τι? Δε σε πήρε τηλέφωνο να σε ενημερώσει? Απορώ! Θα τη μαλώσω!". Και συνέχισε λέγοντας πόσο υποχρεωμένη ήταν για τη λύση, πόσο καλά τη συμβούλεψε η κυρία μου και πως από δω και πέρα δε θα εμπιστεύεται κανέναν άλλον. "Να μου λείπει", σκέφτηκε με τρόμο η κυρία μου.
Το ηθικό δίδαγμα που βγαίνει από την ιστορία κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι το εξής. Οι Κυρίες Του Καλού Κόσμου είναι χειρότερες από τον μέσο Έλληνα. Φρόντισαν να κάνουν τη δουλειά τους εύκολα και γρήγορα χωρίς καν να ενημερώσουν για την εξέλιξη και να πουν ένα ευχαριστώ. Τουλάχιστον ο μέσος Έλληνας μάζεψε και μια τσάντα χόρτα για το ευχαριστώ. Η Κυρία Του Καλού Κόσμου πέρασε από τα αφορολόγητα του αεροδρομίου, για ταξίδι με προγραμματισμένο ραντεβού και δε χαλάλισε ούτε 30 ευρώ για μια κολώνια!
Δε θέλουμε εμείς κολώνιες! Την ησυχία μας θέλουμε και το μυαλό μας με όσο λιγότερες σκέψεις γίνεται. Γίνεται?       

9/3/10

Η ΟΜΙΛΙΑ

Εμπόλεμη κατάσταση επικρατεί στο σπίτι μας. Ανέτρεξα στο πατρογονικό σεντούκι και έβγαλα το κράνος, την πανοπλία και την ασπίδα του παππού μου. Ο κύριος μου έβγαλε τα δικά του εδώ και μια βδομάδα, ζώστηκε και αποκρούει. Τα μικρά αφεντικά μου ευτυχώς λείπουν. Τα τυχερά! Το ένα είναι στις σπουδές του και το άλλο, γλεντζές μέχρι το κόκκαλο, είναι με το σχολείο του σε εκπαιδευτικό – λέμε τώρα – ταξίδι στη Βαρκελώνη. Αλλοίμονο σε μας που μείναμε εδώ.
Που μείναμε εδώ και υφιστάμεθα την κυρία Τσιριμπόμ. Άγιοι θα γίνουμε! Έχει λύσει το ζωνάρι της και περιφέρεται μέσα στο σπίτι αλλά και στη δουλειά της… γεμάτη διάθεση για καυγάδες. Ούτε μύγα στο σπαθί της! Κόλαση σας λέω… κόλαση….
Όλα αυτά βέβαια επειδή πλησιάζει η (καταραμένη) ώρα αυτής της (σκατο)ομιλίας της. Μέχρι δηλαδή την άλλη Δευτέρα εμείς πρέπει να μετακομίσουμε σε άλλο μέρος, σε άλλη πόλη, σε άλλη ήπειρο. Δεν αντέχεται! Εμ της τη φόρτωσαν την ομιλία και ντράπηκε να αρνηθεί, εμ άφησε τον καιρό να περάσει χαζεύοντας και κάνοντας τις αιώνιες αρνήσεις της, εμ τώρα τρέχει αλαφιασμένη να βρει ιο χοίρων να κολλήσει τη γρίπη για να μην πάει να μιλήσει….
Αναπολώ τι γινόταν παλιότερα και δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο... Όπου γάμος και χαρά η Μαγδάλω πρώτη. Να οι ομιλίες, τα μαθήματα, οι παρουσιάσεις… Αλλά τώρα που γέρασε και αναθεώρησε τα πάντα και ανακάλυψε τη ματαιότητα όλων, αποφάσισε ότι οι ομιλίες την αγχώνουν και δεν έχουν καμία χρησιμότητα. Το ωραίο είναι ότι οι νεώτεροι συνάδελφοι έμαθαν για την ομιλία της και ξέροντας από παλιότερους πόσο καλή ομιλήτρια είναι της είπαν ότι αδημονούν να την ακούσουν… Τι γέλια έκανα! Η κυρία μου πήγε άρον άρον στην τουαλέτα του Διευθυντικού Στελέχους να κάνει εμετό από το άγχος. Βγήκε γκρίζα σαν ποντίκι ψελλίζοντας "είναι η τελευταία φορά που περνάω κάτι τέτοιο". Ας μη λέμε όμως ποτέ "ποτέ".
Σε όλη αυτή την ιστορία έχει και μια ανάμειξη ο Αναξίμανδρος, ο συνάδελφος της, ο οποίος δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Ένα κομμάτι του φορτώματος της ομιλίας ανήκει και σε αυτόν. Βρέθηκαν σήμερα το μεσημέρι για να ελέγξουν τις διαφάνειες και μόνο που δε σκοτώθηκαν. Ο μεν τις κοίταζε (τις διαφάνειες στον υπολογιστή) με μισό μάτι και σχολίαζε, η δε, ξετύλιγε και τακτοποιούσε το ζωνάρι της μέχρι πέρα το διάδρομο και τις σκάλες. Ο καυγάς κρεμόταν από πάνω τους 2 ώρες και κάτι. Εγώ έφυγα για να μη με πάρει η μπόρα.
Μέσα σε όλα αυτά με την ομιλία, είχε και την πολλή δουλειά. Χρόνια κατάσταση αυτό πια. Ειδικά χτες κόντεψε να τα βροντήξει ψυχολογικώς. Πολλά προβλήματα, αποφάσεις που κάποιος έπρεπε να πάρει, πράγματα που έπρεπε να γίνουν, ξέρετε τώρα. Οι μισοί από τους συναδέλφους ήταν ξενύχτηδες άρα κουρασμένοι. Οι υπόλοιποι έδιναν ένα χέρι βοηθείας σε όλες τις υποθέσεις. Δυστυχώς, μια εκ των υποθέσεων αφορούσε έναν χρήστη ουσιών. Ας μην αναφέρω άλλες λεπτομέρειες γιατί δεν τις μπορώ ούτε εγώ. Ένα μόνο θα πω. Η κυρία μου έχει ένα ίρτζι. Ένα σημαντικό ίρτζι όμως. Όλα τα υπόλοιπα ίρτζι κάπως βολεύονται και μειώνεται η σημασία τους και ο αντίκτυπος τους. Αυτό όμως το σημαντικό δεν μπορεί να το κουλαντρίσει εύκολα. Το ίρτζι της είναι ότι δεν μπορεί τους χρήστες. Χα χα, θα πείτε. Ας μπει κι αυτή στη λίστα. Ποιος τους μπορεί? Κανένας. Είτε στρέφονται τα πρόσωπα, είτε εκτοξεύονται βρισιές, είτε κουνιούνται κεφάλια, είτε ακούγονται σχόλια για το πού οδεύει η κοινωνία, οι αντιδράσεις είναι πανομοιότυπες. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται είναι όλες μία και μία, πχ. καμένα χαρτιά. Το να σε ακουμπήσουν είναι ένα είδος επαφής με χολέρα και το να επιτρέψεις να σου μιλήσουν συνώνυμο με την άτυχη στιγμή της μέρας. Γνωστές καταστάσεις, λίγο πολύ οικείες για όλους. Η κυρία μου όμως έχει αυτό το ίρτζι που δεν τους μπορεί, διαφορετικά από τον υπόλοιπο κόσμο. Εκεί που άλλοι απαξιούν, εκείνη βιώνει μια πολύ μεγάλη στεναχώρια. Βιώνει ένα συναίσθημα σα να έχει ένα μαχαίρι στα σωθικά της και το στρίβει. Πονάει όταν τους βλέπει. Όχι απλά πονάει. Πώς να το πω? Καταρρέει. Δεν μπορεί να ελέγξει αυτό το συναίσθημα όσο κι αν προσπαθεί. Ακούει βερεσέ τα περί κοινωνίας, αδύνατων χαρακτήρων, προβληματικής οικογένειας, ότι είναι άξιοι της τύχης τους… Αδυνατεί να απομονώσει τα γεγονότα, να προχωρήσει και να προσπεράσει.
Όταν έβλεπε και βλέπει χρήστες να ζητιανεύουν στον ηλεκτρικό η μέρα της καταστρεφόταν και καταστρέφεται. Μερικές φορές κάνει άρνηση ότι τους είδε. Χώνει τη μύτη της στο βιβλίο της και πείθει τον εαυτό της ότι δεν είδε κανέναν. Άρνηση εδώ άρνηση εκεί, κάπως πορευόμαστε. Αλλά ακόμα και οι αρνήσεις είναι σαν τις ηλιαχτίδες : τρυπώνουν μέσα από τις γρίλιες και λούζουν ένα σκοτεινό δωμάτιο ξαφνικά και απροετοίμαστα. Δεν έχει τύψεις που αισθάνεται έτσι. Και που όταν το ομολογεί την κοροϊδεύουν και απορούν απαξάπαντες. Ευτυχώς έχει αποστασιοποιηθεί από τις κρίσεις και τις επικρίσεις των άλλων. Ούτως ή άλλως πάντοτε ήταν περήφανη για το το ότι είχε αισθήματα σε ένα κόσμο αναίσθητων.  Και διπλά περήφανη που κατάφερε και διατήρησε την ευαισθησία της μετά από τόσα χρόνια τέτοιας δουλειάς. Τι σημαίνει "κακώς νοιώθεις έτσι". Αφού έτσι νοιώθει? Τι να κάνουμε?
Μακρυγόρησα ως συνήθως. Ο χρήστης αποτελούσε ένα πρόβλημα για όλους τη χτεσινή μέρα. Ο σχεδιασμός των ενεργειών για την υπόθεση του έγινε από κοινού αλλά η κυρία μου κατά τη διάρκεια της κουβέντας διευκρίνισε σε όλους ότι δεν άντεχε ούτε να τον δει. Εξάλλου όταν πήγε το πρωί στη δουλειά της και την ενημέρωσαν για τον χρήστη και το πρόβλημα του άρχισε να στριφογυρίζει και να μονολογεί "δε μπορώ να το διαχειριστώ αυτό, δε μπορώ να το διαχειριστώ αυτό". Όλη μέρα ψέλλιζε και όσοι ήξεραν το ίρτζι της κουνούσαν συγκαταβατικά το κεφάλι τους. Όσοι πάλι δεν ήξεραν ρωτούσαν αθώα "μα γιατί? τι σε πειράζει?".  Η μέρα κύλισε κακήν κακώς και στις 4 το μεσημέρι, όταν όλοι είχαν φύγει, το πρόβλημα του χρήστη είχε μείνει άλυτο. Η κυρία μου που είχε ξεμείνει ως συνήθως, αναγκάστηκε τελικά να ασχοληθεί μαζί του. Πώς τα φέρνει έτσι η τύχη? Ευτυχώς που είχε μαζί της και τον Ηλία και τη βοήθησε. Όχι μόνο τον αντίκρυσε, ένα 26χρονο αποστεωμένο παιδί, βρώμικο και ελεεινό, αλλά του μίλησε και άλλα πολλά στα πλαίσια της δουλειάς της. Σε κάποια στιγμή, όταν το μαχαίρι ήταν τόσο βαθειά στο στομάχι της που της κόπηκε η ανάσα, άφησε ένα βούρκωμα στα μάτια να παρασύρει αυτόν τον πόνο που ένοιωθε, αυτόν τον παράλογο πόνο και να τον διώξει σα νερό που κυλάει...
Δύσκολη μέρα η χτεσινή, δύσκολη η σημερινή και δύσκολες όλες μέχρι την ομιλία. Γενική απορρύθμιση παρατηρείται... Ευτυχώς που είμαι καναρίνι με νοοτροπία Σκάρλετ Ο΄Χάρα, δηλαδή όπως θα έλεγε και η γιαγιά Σοφία, φαρδόψυχο : αύριο είναι μια άλλη μέρα και η επόμενη βδομάδα είναι μια άλλη βδομάδα....      

28/2/10

ΝΥΧΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

Είμαι άυπνο. Οι μαύροι κύκλοι της αγρύπνιας έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το λευκό τού πτερώματος μου αλλά δε βαρυγκομώ. Είχε πάρτυ γενεθλίων ο Χόλιους μας. Το σπίτι γέμισε χαρούμενες τσιρίδες. Ποδοβολητά αντηχούσαν στις σκάλες μας. Τοίχοι βάφτηκαν με υπολείμματα τούρτας. Δεν πειράζει, χαλάλι του.  Για ένα μόνο τσαντίστηκα. Που προτίμησε ένα σωρό σκυλοτράγουδα από τις δικές μου ωδικές συνθέσεις. Εγώ, που γι αυτόν θα συνέθετα αριστουργήματα! Θα τραγουδούσα μέχρι το πρωί!  Έχουν αλλάξει όμως οι καιροί δυστυχώς! Και πρέπει να προσαρμοστώ!
Ο κεραυνός του πάρτυ έπεσε εν αιθρία ένα απόγευμα που η κυρία μου ήταν χωμένη στα βιβλία της για να ετοιμάσει μια ομιλία. Μια ομιλία την οποία δε βρήκε το κουράγιο να την αρνηθεί σε ένδειξη σεβασμού για αυτόν που της τη φόρτωσε.  Μέσα στην καταδίκη αυτή προέκυψε ο Χόλιους να τη ρωτάει αν μπορούσε να κάνει πάρτυ για τα γενέθλια του. Εγώ νόμιζα ότι είχαμε ξεμπερδέψει με τα γενέθλια με μια σεμνή, οικογενειακή τελετή την 1η Φεβρουαρίου, μια - όπως άκουσα - γευστικότατη τούρτα και πολλά τραγούδια από εμένα. Ο Χόλιους όμως είχε άλλα σχέδια. Μόλις πήρε τη μητρική έγκριση άρχισε να τα πραγματοποιεί.
Το πάρτυ προγραμματίστηκε για χτες βράδυ στο Πάνω Σπίτι. Λέγοντας Πάνω Σπίτι εννοούμε ένα μικρό σπίτι - προσθήκη πάνω από αυτό που μένουμε, το οποίο έγινε πριν χρόνια και πρακτικά προσφέρεται για πάρτυ καθότι άδειο. Την Παρασκευή το πρωί, έλαβε μια κλήση η κυρία μου στο κινητό της, την ώρα της δουλειάς, από έναν μυξοκλαιγόμενο Χόλιους ο οποίος μαδιόταν ότι ο πατέρας του του απαγόρευσε το πάρτυ. Γιατί? ρωτήσαμε ευλόγως. Μπου χου χουουου, η απάντηση, με λυγμούς και αναφυλλητά. Είναι, λέει, πολλά τα άτομα, μπου χουχου. Πόσα? ρωτήσαμε. 50, η απάντηση ανάμεσα σε τηλεφωνικές μύξες και οδυρμούς.
Ε, όχι και 50! Παρασκευάτικα, με πολλή δουλειά στη δουλειά, ένα σωρό μισολυμένα προβλήματα να μας κυνηγάνε και να έχουμε και το Χόλιους με τον μπαμπά του! Έλεος! Πόσα να αντέξουμε με την κυρία μου πια! Να μη σας τα πολυλογώ. Ενώθηκαν όλες οι άκρες, γεφυρώθηκαν όλα τα χάσματα, απέδωσαν οι διαπραγματεύσεις και το πάρτυ συνέχισε την προετοιμασία του. Μέσα σε όλον αυτό τον κυκεώνα, προέκυψε και ένα πρόβλημα στη δουλειά της κυρίας μου και τελικά καταλήξαμε από το πρωί στις 7 να φύγουμε στις 11 το βράδυ, κινδυνεύοντας να αφήσουμε ένα γοβάκι και ένα πούπουλο στα σκαλιά του μετρό!!!
Το πρωί του Σαββάτου, ξύπνησα την κυρία μου με μια σειρά από χωρίς ανάσα κελαηδητά. Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι θα μου έρθει καμιά παντόφλα στο κλουβί, αλλά όχι. Μπήκα φευγαλέα στο μισοξύπνιο μυαλό της για να δω τι γίνεται και ανέγνωσα με περηφάνεια : " Πολύ πρωί άρχισε αυτός αλλά υπάρχει ομορφότερο πράγμα, να ζεις σε μια τσιμεντούπολη και να σε ξυπνάει ένα τόσο όμορφο κελαηδητό?" 
Ο κύριος μου είχε βγάλει την ουρά του εγκαίρως και είχε φύγει για τη δουλειά, είχε υποχρεωτική υπερωρία όλη μέρα και όλη νύχτα. Το κανονικό μου αφεντικό κατέφθασε από την Πάτρα, γεμάτο πομφούς περηφάνειας για το Πολυτεχνείο και γρήγορα διαχώρησε τη θέση του ότι δε θα βοηθούσε στο πάρτυ επειδή θα έβγαινε με τη Λουλού και θα κοιμόταν και στο σπίτι της. Ζωστήκαμε λοιπόν με την κυρία μου τις λίστες και τα προγράμματα και ξεκινήσαμε.
Ώρα 7. Όλα ήταν έτοιμα. Ψημένα τα τυροπιττοειδή, παγωμένα τα αναψυκτικά, βουνά τα πατατάκια, στολισμένη η βεράντα με φωτάκια, χαρτάκι στο κενό κουδούνι με την ένδειξη πάρτυ. Στολισμένοι οι φίλοι του Χόλιους κατέφθασαν νωρίτερα για να εγκρίνουν το χώρο, τα ηχητικά και τα προσφερόμενα εδέσματα. Αυτά τα μέχρι πρότινος μωρά ήρθαν λάμποντας να μας χαιρετίσουν, ντυμένα ας πούμε ανδρικά και βρωμοκοπώντας ανδρικές κολώνιες. Τα περισσότερα είχαν ταλαιπωρήσει και κάποια ξυράφια στις μούρες τους. Τα μαλλιά τους έξυναν τα περβάζια από το πολύ ζελέ. Έλαμπαν από υγεία και ευτυχία! 
Ώρα 8. Κουδούνια χτυπούσαν συνεχώς, το ασανσέρ καθρέφτισε ένα σωρό ξαναμμένα προσωπάκια, κραγιόν διορθώθηκαν, καλτσόν τακτοποιήθηκαν, αμέτρητα ποδοβολητά αντήχησαν στις σκάλες, πόρτες ανοιγόκλεισαν με φόρα, φωνές καλωσορίσματος ακούγονταν. Σε λίγο έτρεμε το σύμπαν. Το πάτωμα ωθείτο. Η κυρία μου αναρωτιόταν αν είχαν διδαχθεί τα παιδιά στη Φυσική το φαινόμενο του συντονισμού.  Ο Χόλιους ήταν στα μέσα και στα έξω με μαύρο πουκάμισο και παντελόνι που τον έκαναν ακόμη πιο ψηλό και κοκκαλιάρη. Οι μουσικές επιλογές σχεδόν φρικαλέες. Από ξένο και άγνωστο σε μας ρεπερτόριο μέχρι σκυλοτράγουδα εθνικής οδού με ολίγον Μητροπάνο. Εμείς, εννοείτε, ακούγαμε μόνο, κλεισμένοι στο κάτω σπίτι με τις πυζάμες μας. Αυτή εξάλλου ήταν η συμφωνία. Στο πάνω σπίτι να γίνεται χαμός και στο κάτω σπίτι μια μοναχική κυρία με το καναρίνι της να περνούν ένα ειρηνικό βράδυ! Παρακάτω, η γιαγιά - Σοφία να λάμπει από χαρά για το σπίτι που γιορτάζει και αντηχεί όλες αυτές τις χαρούμενες φωνές... Όπως το βλέπει κανείς... Πχ. δε ρωτήσαμε τους γείτονες, δεν ξέρουμε αυτοί πώς το είδαν το πράμα....
Ο Χόλιους πηγαινοερχόταν πότε για να αφήσει δώρα στο δωμάτιο του, πότε για να πάρει τα χρειώδη και να ενημερώσει ότι όλα έβαιναν καλώς και χωρίς καταστροφές. Το μητρικό ρινικό ραντάρ εντόπισε καπνό τσιγάρου στα ρούχα του αλλά δεν είπε τίποτε. Το κατέλαβε όμως μια μεγάλη θλίψη που αγωνίστηκε όλο το βράδυ να απωθήσει. Στις 12.30 ο εορτάζων ανέβασε την τούρτα. Δεν είμαι ευσυγκίνητο, ούτε χαζοκαναρίνι αλλά σκούπισα κρυφά ένα δάκρυ που κύλισε στα πούπουλα μου. Ολόκληρη η περιοχή αντήχησε από το "Να ζήσεις Γιωργάκη και χρόνια πολλά....". Πιο δυνατά δε γινόταν. Κοριτσίστικες λεπτές φωνές και αρχόμενες χοντρές, ανδρικές φωνές. Με όλη τους τη δύναμη, με μια ασυγκράτητη χαρά. Τη χαρά των νιάτων, την ορμή της εφηβείας. 
Ώρα 01. Πριν προλάβει να ειδοποιηθεί η αστυνομία για τη φασαρία ο Χόλιους κήρυξε τη λήξη του πάρτυ. Ολοκληρώθηκε η αποδρομή των καλεσμένων διανθισμένη από χιλιάδες φιλιά και ευχές. Εγώ έβγαλα τις ωτασπίδες και ανέβηκα στην κούνια μου για να κοιμηθώ επιτέλους. Δεν έκατσα να ασχοληθώ με τις ψυχοπάθειες της κυρίας μου που ανέτειλαν καθώς τελείωνε το πάρτυ. Δηλαδή πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός, πόσο γρήγορα πέρασαν 16 χρόνια, πότε μεγάλωσε ο Χόλιους και έγινε ολόκληρος άντρας και άλλα πολύ χειρότερα. Εισήγαγα αυτόματα στον εγκέφαλο της το νέο προηγμένο μικροτσίπ μου και άρχισε να σκέφτεται πόσο όμορφη είναι η ζωή, πόσο καλό παιδάκι έκανε, κοινωνικό και χαριτωμένο, πόσο ωραίο είναι που είμαστε όλοι γεροί και έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε πάρτυ γενεθλίων, πόσο ευχάριστο ήταν που αντήχησε το σπίτι χαρούμενες φωνές, γερών και ευτυχισμένων παιδιών, πόσο τυχεροί είμαστε που μπορούμε να χαιρόμαστε, πόσο τυχεροί είμαστε που βρίσκουμε χαρές μέσα στη μαυρίλα, πόσο εύκολα και γρήγορα μπορεί να γίνει κάποιος ευτυχισμένος...
Η κυρία μου έμεινε να ακούει τον Χόλιους με τους φίλους του να σφουγγαρίζουν, να συγυρίζουν και να εξαφανίζουν ίχνη...                

14/1/10

ΞΑΝΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΠΡΟΒΟΛΕΑ



Αχ, πόσο δίκιο είχε η κυρία μου, πόσο δίκιο! Δεν θα την ξανακακολογήσω ποτέ. Το ορκίζομαι. Γεμάτο τύψεις θυμάμαι τα λόγια μου της προ-προηγούμενης περιγραφής στο ιστολόγιο – ημερολόγιο μου. Την κορόιδευα για τη μίζερη πρωτοχρονιά που πέρασε δουλεύοντας. Την κορόιδευα που έλεγε ότι πέρασε ωραία. Κάγχαζα μέσα μου ακούγοντας τη να εύχεται του χρόνου να είναι όλα καλύτερα για όλους. Εγώ ονειρευόμουν χλιδή, χαβιαρόσπορους, φώτα, γλέντια, μουσικές. Έχω βαρεθεί να την ακούω συνεχώς να προτάσσει την υγεία πρώτη από όλα. Μα τι περιμένετε? Είμαι ένα άμυαλο καναρίνι που μόνο μέλημα του είναι οι γήινες απολαύσεις.


Η βδομάδα μου άρχισε εφιαλτικά. Ήδη από την Κυριακή το βράδυ ήξερα τι με περίμενε. Η Αμαλία, με την οποία η κυρία μου έχει επαγγελματικά πάρε – δώσε ήρθε κλαίγοντας πριν μέρες στη δουλειά της να της πει πως ο γιος της, 23 ετών παρακαλώ, ένιωσε ξαφνικά μια ζαλάδα, έπεσε κάτω και διαγνώστηκε με όγκο στο κεφάλι. Έτσι ξεκινάνε όλα. Από ένα τίποτα, ένα κάτι. Κουβέντιαζαν πολλή ώρα με κλειστές πόρτες. Όταν η Αμαλία έφυγε η κυρία μου έκανε μια μικρή έρευνα και κατέληξε σε μια σειρά ενεργειών. Δε σας λέω λεπτομέρειες γιατί είναι όλα κάπως πολύπλοκα. Θα σας πω μόνο πως η κυρία μου σε θέματα αισιοδοξίας και ενέργειας είναι νούμερο 1.

Θεώρησε ότι έπρεπε να ζητήσει τη γνώμη ενός και μόνο ειδικού γιατρού, φίλο του φίλου της του Αναξίμανδρου. Καλλιέργησε μέσα της την ελπίδα ότι το παιδί θα μπορούσε να χειρουργηθεί ίσως σε ένα εξειδικευμένο κέντρο της Τουσόν της Αριζόνα. Σκέφτηκε μέχρι και τις λεπτομέρειες της οργάνωσης του ταξιδιού, τη στήριξη της φτωχής οικογένειας από την εκεί ελληνική παροικία, την πιθανή συνοδεία του παιδιού… Τι να σας λέω. Είχε χάσει τον ύπνο της επί σειρά ημερών. Είχε επενδύσει στην ελπίδα. Θεωρούσε ότι η προηγμένη σε θέματα νευροχειρουργικής Αμερική θα έδινε την επιβίωση που δικαιούται ένα αγόρι 23 ετών. Επενδύοντας στην ελπίδα ίσως έχασε το κριτήριο της για το οποίο είναι γνωστή στο χώρο της. Τι να πω?

Τη συνόδεψα μαζί με τον Αναξίμανδρο στο νοσοκομείο. Ήμουν μια σεμνή καρφίτσα – λουλουδάκι στην πατιλέτα του πουκαμίσου της. Το νοσοκομείο, μεγάλο, γνωστό, δημόσιο. Η κλινική, του ΕΣΥ. Ο γιατρός εξαιρετικός. Το γραφείο του, σε συστέγαση με έναν ακόμα συνάδελφό του, απογυμνωμένο και ανέμπνευστο. Όμως… Μόλις μπήκαμε μέσα εκείνο που πραγματικά καθήλωσε την κυρία μου ήταν ένας πίνακας που υπήρχε στον τοίχο πίσω από το γιατρό. Μια ομάδα από μικρές μπαλαρίνες. Μια ιδέα από Ντεγκά αλλά πιο όμορφες, πιο φωτεινές… Όσο ο γιατρός κοίταζε τις μαγνητικές που θα καθόριζαν το μέλλον του παιδιού, η κυρία μου μη αντέχοντας τη φόρτιση της στιγμής σηκώθηκε και πήγε στον πίνακα. Συμεών Σαββίδης, πρόλαβε να διαβάσει. Ο γιατρός ξεκίνησε να μιλάει. Η ετυμηγορία. Η κυρία μου τον κοιτούσε, τον άκουγε και το βλέμμα της ξέφευγε προς τις μπαλαρίνες, πάνω από το κεφάλι του. Δεν ξέρω πώς θα δεχόταν τα νέα, έτσι προσωπικά που το είχε πάρει το ζήτημα, αν δεν ήταν οι μικρές μπαλαρίνες. Καμιά ελπίδα. Ανεγχείρητος όγκος. Κακή πρόγνωση. Μικρή επιβίωση.

Οι ελπίδες σωριάστηκαν σαν τραπουλόχαρτα. Έφυγαν με τον Αναξίμανδρο για τις δουλειές τους. Το ίδιο μεσημέρι εισήχθη το Πεθερικό μας στο νοσοκομείο με βαρύ κρυολόγημα. Κάτι η μικρή ηλικία (83), κάτι το πάχος (θυμάστε το συλλεκτικό κείμενο μου με τίτλο «Ο κιμάς», δυστυχώς δεν ξέρω να κάνω link για να το διαβάζατε), κάτι το αρρύθμιστο ζάχαρο, κάτι η νεογνική καρδιά, το Πεθερικό έφτασε σε όρια νοσηλείας. Η κυρία μου άρχισε να δίνει νέα μάχη. Το Πεθερικό ήταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας αλλά με υψηλό ηθικό. Η κυρία μου δίπλα της σαν ραντάρ.

Την επόμενη μέρα το πρωί το Πεθερικό ετοιμαζόταν να αναχωρήσει στους ουράνιους λειμώνες, με τη βοήθεια ενός σηπτικού σοκ. Η κυρία μου όμως είχε άλλη άποψη. Τράβηξε από τα δόντια του Χάρου το Πεθερικό και το ξαναεγκατέστησε στο κρεβάτι του, περιτυλιγμένο από καθαρά σεντόνια.

Αργά το μεσημέρι της τηλεφωνεί ο κύριος μου για να της αναγγείλει ότι το κανονικό μου αφεντικό έχει οξεία σκωληκοειδίτιδα, έχει εισαχθεί στο νοσοκομείο και ετοιμάζονται να το χειρουργήσουν. Φεύγω έντρομο και πεταρίζω στο «Παίδων». Ζαλίζομαι και μπλέκομαι στους διαδρόμους αλλά θυμάμαι το μέρος καλά από το προηγούμενο καλοκαίρι που ήταν εκεί η κυρία μου (αν ήξερα τα κόλπα του link θα σας έβγαζα στο «Πάνω στο χειρουργικό προβολέα»). Μπαίνω στο χειρουργείο και σκαρφαλώνω στο χειρουργικό προβολέα. Να το κανονικό μου αφεντικό. Κοιμάται μακαρίως ενώ τραβολογάει ο Παπ-Λαπ τη σκωληκοειδή του. Ο κύριος μου με πολύχρωμο καπελάκι αγναντεύει τον πρωτότοκο του. Όλα πήγαν καλά. Ευτυχώς.

Κουτρουβαλιάστηκα μέχρι το άλλο νοσοκομείο για να δώσω ραπόρτο στην κυρία μου, να ελέγξω την πορεία του Πεθερικού και να κάνω παρέα στην κυρία μου στον ποδαρόδρομο μέχρι το «Παίδων». Θέλαμε να περπατήσουμε λίγο, να μας φυσήξει ο αέρας, να ταξινομήσουμε τις σκέψεις και τα γεγονότα όλων των τελευταίων ημερών. Κάτσαμε λίγο με το κανονικό μου αφεντικό που γκρίνιαζε ότι πονούσε. Του τραγούδησα μια μελωδία για να το νανουρίσω. Η κυρία μου τον κοιτούσε και σκεφτόταν πόσο μεγάλο δώρο είναι το να είσαι γερός.

Φύγαμε αργά το βράδυ. Η οικογένεια μοιράστηκε. Ο κύριος μου θα έμενε με το κανονικό μου αφεντικό. Η κυρία μου κι εγώ θα μέναμε με το Πεθερικό. Ο Χόλιους με τη γιαγιά Σοφία. Πήραμε το δρόμο του γυρισμού για το άλλο νοσοκομείο. Η κυρία μου σκεφτόταν ότι μέχρι στιγμής όλα είναι καλά. Έλπιζε να περάσει η νύχτα χωρίς απρόοπτα, όπως και έγινε. Εγώ γεμάτο τύψεις για την επιπόλαιη συμπεριφορά μου και τις ελαφρές σκέψεις μου, έκατσα πάνω στο κουμπί της νυχτικιάς του Πεθερικού και του τραγούδησα μια νυχτερινή άρια. Αύριο όλα θα είναι καλύτερα…



ΥΓ. Δυστυχώς όσο κι αν έψαξα στο διαδίκτυο δε μπόρεσα να βρω τις μπαλαρίνες του πίνακα του Συμεών Σαββίδη. Βρήκα όμως δύο άλλους, ενδεικτικούς πιστεύω.

8/1/10

ΚΑΙ ΟΙ ΕΣΧΑΤΟΙ ΕΣΟΝΤΑΙ ΠΡΩΤΟΙ...



Το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας χρονολογείται από 15ετίας. Αν ήταν μητέρα με ανήλικο τέκνο θα είχε βγει σε σύνταξη από πέρσι. Το αγοράσαμε να είναι μεγάλο και επιβλητικό. Η Τσιριμπόμ είχε πει στον πρόγονο μου ότι άμα είναι να αγοράσουμε ένα δέντρο να είναι με προοπτική ετών. Σε βάθος χρόνου σα να λέμε… Τα καραβάκια, αν και ελληνικό έθιμο, δεν ταίριαζαν με τις παιδικές της αναμνήσεις. Όσο και αν προσπάθησε να τα εντάξει στον χριστουγεννιάτικο στολισμό, η καρδιά της ποτέ δεν τα αποδέχτηκε. Πόσω μάλλον να αντικαταστήσουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εξάλλου στο δέντρο αυτό μετακομίζω εγώ για 15 μέρες προκειμένου να ανταλλάξουμε τα νέα μας με τα στολίδια. Αυτά βέβαια δεν έχουν να μου πουν παρά τα νέα του παταριού και τις μεταξύ τους έριδες όλο το χρόνο. Εγώ όμως οφείλω να τα ενημερώσω για όλα όσα συνέβησαν σε ακτίνα μερικών δεκάδων μέτρων από το κλουβί μου.

Στα μέσα του Δεκέμβρη αποφασίστηκε να στολιστεί το δέντρο. Προστολιστικές υποσχέσεις… άφθονες. Σαν τις προεκλογικές. Στο δια ταύτα όλοι έκαναν τον Αλέκο. Είδε κι απόειδε η Τσιριμπόμ έστησε το δέντρο στο σαλόνι ένα βροχερό βράδυ. Ο κύριος μου είχε την υποχρεωτική υπερωρία του και την είχε κάνει με ελαφρά πηδηματάκια ευχόμενος αθώα αθώα «καλό στόλισμα και του χρόνου». Το κανονικό μου αφεντικό είχε χώσει τη μύτη του στα βιβλία του και προφασίστηκε διάβασμα. Ο Χόλιους μας άφησε τη φωτογραφία του και βγήκε για βόλτα. Απόμεινα εγώ, η κυρία μου και ο Ντίντη.
Παρένθεση: Για χάρη του Ντίντη έγιναν όλα. Του Δαυίδ, ο οποίος βιώνει σε αυτή την τρυφερή ηλικία τη μετανάστευση, την απώλεια του πατέρα και τη διαρκή αναζήτηση της μαμάς του για δουλειά. Όλοι τον αγαπάμε το Ντίντη και περισσότερο ο κύριος μου, που προσπαθεί να αναπληρώσει το πρότυπο του πατέρα. Αλλά και η κυρία μου ασχολείται μαζί του. Εκείνη τον έμαθε ελληνικά και τον βοηθάει στα μαθήματα του σχολείου, τόσο που στην αρχή ο μικρός ρωτούσε τη γιαγιά του σε ποιο σχολείο είναι δασκάλα η κυρία μου και γιατί δεν τον γράψαμε σε εκείνο το σχολείο. Το αγοράκι αυτό είναι ένα αγγελουδάκι στο σπίτι μας και ένα διαβολάκι στο δικό του. Τυραννάει ανηλεώς τη μαμά του και τη γιαγιά του οι οποίες πολλές φορές έρχονται με τα μαλλιά τους όρθια στο σπίτι μας. Κλείνει η παρένθεση.
Κατεβάσαμε τις κούτες από το πατάρι, πήραμε και τη σκαλίτσα από την κουζίνα και αρχίσαμε το στόλισμα. Τα στολίδια απλώθηκαν στον καναπέ κι εγώ έσπευσα να πιάσω μαζί τους το λακριντί. Η κυρία μου και ο Ντίντη άνοιγαν τα κλαδιά του δέντρου και έβαζαν τα φωτάκια. Όταν τελείωσαν πήγαν στα στολίδια. Η κυρία μου εξήγησε στον μικρό ότι υπήρχαν στολίδια από τα παιδικά ακόμα χρόνια της κυρίας μου και του κυρίου μου. Τα τελευταία ήρθαν ως προικώα όταν παντρεύτηκαν και ο κύριος μου μετακόμισε τα υπάρχοντα του σπίτι μας. Πρώτη φορά την άκουγα αυτή την ιστορία! Δηλαδή μιλάμε για προ-ιστορικά στολίδια! Στολίδια άνω των 45! Κοίταξα πιο προσεκτικά και παρατήρησα κάτι μαδημένα αγιοβασιλάκια, κάτι στραπατσαρισμένες καμπανούλες, κάτι αγνώριστους από την ταλαιπωρία χιονάνθρωπους, κάτι ξεβαμμένες μπάλες… Ήταν ένα σωρό! Η κυρία μου τα χάιδευε με αγάπη και μιλούσε στον Ντίντη για αυτά σαν να ήταν άνθρωποι. Του εξηγούσε ότι μαζί με τα «αρχαία» στολίδια, υπήρχαν και νεώτερα, μεταξύ 16 και 20 ετών. Ήταν οι πρώτες κατασκευές των μικρών αφεντικών μου από τους παιδικούς σταθμούς, τα νηπιαγωγεία και τα κέντρα δημιουργικής απασχόλησης. Ό,τι μπόρεσε, τέλος πάντων, να διασωθεί όλα αυτά τα χρόνια. Μαζί με όλα αυτά ξετυλίχτηκαν και τα νεώτερα στολίδια, αρκετά ξενόφερτα από ταξίδια, άλλα αγορασμένα κάθε χρονιά, άλλα χαρισμένα από φίλους. Ποτέ δεν ακολουθήσαμε μόδες στο στόλισμα του δέντρου. Κάθε χρόνο βάζουμε τα ίδια στολίδια και ίσως ένα δύο καινούργια.
Η κυρία μου άφησε το Ντίντη να στολίσει όλα τα χαμηλά κλαδιά. Με τη διαφορά ότι του υπέδειξε τα παλιότερα και πιο ταλαιπωρημένα στολίδια να τα βάζει πίσω, στην πλευρά που δεν είναι στη μόστρα. Μπροστά μπήκαν όλες οι αστραφτερές μπάλες, τα ξύλινα παιχνίδια, οι καμπανούλες με τον κόκκινο φιόγκο… Στόλισαν και τη φάτνη με τις προ-ιστορικές ξύλινες καμήλες και το σανό-από-τότε-που-θυμάμαι-τον-εαυτό-μου. Στο τέλος έβαλαν την κορυφή και κήρυξαν τη λήξη του στολισμού. Κατάκοποι κάθισαν να θαυμάσουν το έργο τους, άναψαν τα φωτάκια, έκλεισαν τα μεγάλα φώτα κι έμειναν εκεί στο μισοσκόταδο για ώρα οι δυο τους να σκέφτονται ο καθένας τα δικά του.
Την επομένη το μεσημέρι έτυχε να είναι όλοι στο σπίτι όταν γύρισε ο κύριος μου από τη δουλειά. Στήθηκαν κορδωμένοι στο σαλόνι να τον υποδεχτούν και να δει το στολισμένο δέντρο, ακόμα και αυτοί που δεν συμμετείχαν καθόλου στον όλο κόπο (ξέρετε ποιοι). Εκείνος έριξε μια ματιά με το πολύπειρο μάτι του και αναφώνησε : «Μπράβο, μπράβο και του χρόνου! Αλλά δεν το βάλατε από τη σωστή μεριά. Δε βλέπετε πώς γέρνει?» Και με μια μεγαλειώδη κίνηση, πηγαίνει και γυρίζει το δέντρο μπρος πίσω, για να έρθει να ισορροπήσει σωστά! Και με μιας…… όλα εκείνα τα παλιά στολίδια βρέθηκαν μπροστά!!!! Έτσι απλά, με μια κίνηση! Και μείναμε όλοι με ανοιχτό στόμα! Και έσονται οι έσχατοι πρώτοι!!!!
Σαν να μην έφτανε δε αυτό, ο κύριος μου κόμπαζε όλο το απόγευμα ότι άμα λείπει εκείνος από το σπίτι τίποτε δε γίνεται σωστά και καλά που ήρθε εγκαίρως γιατί θα έπεφτε το δέντρο στο κεφάλι μας κλπ. κλπ. Η κυρία μου σκέφτηκε σοβαρά να πάρει μισό ηρεμιστικό ή καλύτερα να ρίξει στον καφέ του ένα ολόκληρο ή ακόμα καλύτερα, να ρίξει ένα ολόκληρο κουτί για να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα…
Εγώ πήγα να πάρω συνέντευξη από τους πρωταγωνιστές της σκηνής οι οποίοι περιχαρείς πήραν επιτέλους την εκδίκηση τους!
Επισυνάπτω και τη φωτογραφία του δέντρου μας με την αφεντιά μου να επισκιάζω τη φάτνη.
ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ!

6/1/10

ΝΕΕ ΧΡΟΝΕ ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕΣ!



Αρχίζω με ευχές και όχι με γκρίνιες. ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΓΕΜΑΤΗ ΥΓΕΙΑ. Όλα τα άλλα έπονται...

Τώρα μπορώ να γκρινιάξω και λίγο. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να ετοιμάζεται όλος ο κόσμος για το ρεβεγιόν της αλλαγής του χρόνου και κάποιοι να δουλεύουν... Οικτρό! Και καλά αυτοί οι κάποιοι να δουλεύουν, εγώ όμως τι φταίω? Πού άφησα τη ζεστασιά του κλουβιού μου, τους γιορτινούς σπόρους μου, τα χριστουγεννιάτικα στολισμένα κλαδιά μου για να πάω μαζί με τα αφεντικά μου στις δουλειές τους. Ο κύριος μου είχε φύγει από νωρίς. Κάτι πάει κι έρχεται αυτό. Η άλλη όμως? Έφυγε βραδιάτικα, ντυμένη σα λέτσος, εκεί που όλοι έκαναν πρόβες τα βραδινά τους ρούχα και τα καινούργια σύνεργα μακιγιάζ. Οδυνηρό! Όλοι να χαίρονται και να κάνουν σχέδια και αυτή να έχει ένα στομάχι φιόγκο για το ποιο πρόβλημα θα κληθεί να αντιμετωπίσει μέσα στην άγρια νύχτα... Αλλά το πιο οδυνηρό ήταν εκείνο το φεγγάρι! Τι φεγγάρι ήταν αυτό? Ολόγιομο, λαμπερό, τυλιγμένο με μια εσάρπα σύννεφων που όμως καθόλου δεν έκοβαν τη λαμπρότητα του... Αχ αυτό το φεγγάρι της νύχτας 31 προς 1... Υπέροχο... Αξέχαστο...
Πώς πέρασα? Μίζερα. Όχι δεν είμαι αχάριστο! Θα αλλάξω αφεντικά, δεν μπορώ άλλο, έχω χάσει την υπομονή μου με αυτούς. Μα πού τους βρήκα? Στις 12 παρά 10, η κυρά μου μαζί με τον Μάριο και το Σπύρο, άφησαν στο πόστο τους τον Γεροντοκόρο Συνάδελφο Με Το Βαμμένο Μαλλί και έτρεξαν μέσα από την καταχνιά και την υγρασία των δέντρων, στο έτοιμο στρωμένο τραπέζι του Μεγάλου Γραφείου τους. Μαζί κι εγώ μήπως και αποκομίσω το φλουρί της πίτας τουλάχιστον. Εκεί τους περίμεναν το στρωμένο τραπέζι και η Μαρία (το κορίτσι του Σπύρου), η Λίντια, η Μαρία, ο Μπάμπης, η Γιωργία και ο Ηλίας που μια και ήταν μόνος του είπε να περάσει να κάνει Πρωτοχρονιά μαζί μας. Η Λίντια έφτιαξε τη βασιλόπιτα, η κυρία μου έφερε τη σαμπάνια και οι υπόλοιποι τα φαγητά. Έγινε ένα βεβιασμένο συμπόσιο, χωρίς χλιδάτα τραπεζομάντηλα, στολισμένα δωμάτια, γιρλάντες, φωτάκια. Είχαν πλαστικά ποτήρια για τη σαμπάνια, πού ακούστηκε? Τα φαγητά τους τα είχαν σε αλουμινένια σκεύη μιας χρήσεως, μπλιάχ. Τα δε μυαλά τους ήταν εκεί κάτω, στον Κύριο Με Τα Βαμμένα Μαλλιά που τον είχαν αφήσει μόνο του, ευχαρίστως θυσιαζόμενο. Έλεγαν μόνο : "Του χρόνου καλύτερα, του χρόνου καλύτερα".
Ας μην είμαι στριμμένο. Η κυρία μου που έτσουξε ουκ ολίγη σαμπάνια (και οι άλλοι παρότι μουρμούριζαν ότι δεν τους αρέσει τη στράγγιξαν) έλεγε ότι καλά πέρασαν παρόλα αυτά. Εμ βέβαια. Άμα πιστεύεις στη ζωή σου ότι υπάρχουν πάντα χειρότερα, καλά πέρασες κι έτσι... Τι να πω? Αλλιώς σκέπτονται οι άνθρωποι και αλλιώς τα bon viveurs καναρίνια. Και ούτε μου έπεσε το φλουρί.
Σας επισυνάπτω μια ένδειξη του πρωτοχρονιάτικου τραπεζιού τους. 

30/12/09

ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ



Πέρασαν οι μισές γιορτές! Και μέχρι να γυρίσουμε να κοιτάξουμε θα περάσουν και οι άλλες μισές... Για να περιμένουμε το καρναβάλι... Τα αφεντικά μου δούλευαν πυρετωδώς όλες τις μέρες με εξαίρεση τις αργίες των χριστουγέννων. Θα συνεχίσουν να δουλεύουν και τις μέρες της παραμονής και της πρωτοχρονιάς και του σαββατοκύριακου που ακολουθεί χωρίς εξαιρέσεις. Θα αλλάξουν το χρόνο στις δουλειές τους. Ήδη η κυρία μου ετοίμασε μια σαμπάνια που της έφεραν, για να την ανοίξει το βράδυ της πρωτοχρονιάς στη δουλειά της. Θα πρέπει να είμαι μαζί της να την επιτηρώ για να μη γίνει φέσι και μας βγάλουν τα κανάλια...
Σήμερα μετά τη δουλειά της, η κυρία μου και Τσιριμπόμ επισκέφθηκε μεγάλο κατάστημα του κέντρου των Αθηνών, επί της πλατείας Ομονοίας, για να αγοράσει μερικά αναπόφευκτα δώρα. Σας είναι γνωστό ότι διανύουμε περίοδο ισχνών αγελάδων, ένεκα η Έπαυλις. Ποτέ δε συμπαθούσαμε ως οικογένεια όλη αυτή τη φρενίτιδα ανταλλαγής συμβολικών - άχρηστων - κακόγουστων πολλές φορές δώρων, που μας έχει επιβληθεί τις μέρες των γιορτών. Φέτος, τα περικόψαμε σχεδόν όλα. Παρόλα αυτά όμως, έπρεπε να πάρουμε δύο και να σου...βρεθήκαμε στο Ναό Καταπολέμησης της Κατάθλιψης, το υπερ-κατάστημα που λέγαμε. Η Τσιριμπόμ θεώρησε λογικό τα δώρα της να είναι απαραίτητα και χρήσιμα. Έτσι, κατευθυνθήκαμε στο τμήμα με τα βρακιά, τα σώβρακα, τις κάλτσες, τα φανελάκια και τις πυζάμες. Τελειώσαμε με τα αγορίστικα και πήγαμε στα κοριτσίστικα. Έριξε ένα βλέφαρο και η Τσιριμπόμ γύρω γύρω αλλά συνήγαγε ότι οι τιμές ήταν υπέρογκες για οικογενειακές αγορές.
Στο ταμείο πριν από μας, περίμεναν δύο φίλες να πληρώσουν. Άθελα μου, έγινα μάρτυρας των αγορών τους και των συνομιλιών τους. Πρώτα θα τις περιγράψω. Ήταν κοντές, χοντρές, κακοντυμένες και ατημέλητες. Η ηλικία τους απροσδιόριστη, μεταξύ 35 και 45. Η νεώτερη είχε ξανθά, άλουστα, κακοφτιαγμένα και κατακουρασμένα από τις απανωτές βαφές μαλλιά. Η άλλη ήταν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του γυναικολογικού συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών : μαυριδερή και τριχωτή. Σίγουρα μετά τις αγορές είχε κλείσει ένα ραντεβού για Μάδημα Τριχών Προσώπου στο Αρμόδιο Κατάστημα Αισθητικής.
Η νεώτερη κρατούσε ένα σωρό δαντελωτά κόκκινα βρακιά και σουτιέν. Ανέλυε περιχαρής στη φίλη της ότι υπάρχει ένα έθιμο που λέει ότι αν φορέσεις το βράδυ της πρωτοχρονιάς ένα καινούργιο κόκκινο βρακί και σε βρει ο νέος χρόνος με αυτό, όλα θα σου πάνε καλά τη νέα χρονιά! Όταν το άκουσα, φαντάστηκα την κυρία μου το βράδυ της πρωτοχρονιάς στη δουλειά της με κόκκινο βρακί και ξεράθηκα στα γέλια!!!! Αλλά δε μπορείτε εσείς να καταλάβετε γιατί γέλασα τόσο πολύ επειδή δεν ξέρετε ακριβώς τι δουλειά κάνει η κυρία μου. Να το ΄βλεπα κι αυτό κι ας ψοφούσα!!!! Τέλος πάντων. Συνεχίζω. Είχε αγοράσει η μία ένα βαγόνι δαντελωτά κόκκινα βρακιά (εκτός από τα ασορτί σουτιέν) και πλήρωνε. Η ταμίας τα σήκωνε ένα ένα για να βγάλει το αντικλεπτικό και μεις θαυμάζαμε την καλαίσθητη δαντέλα, το μικροσκοπικό τού μεγέθους, τη φίνα γραμμή, τις μικρές διακοσμητικές λεπτομέρειες... Έλεγε στη φίλη της ότι ήταν ευκαιρία να ανανεώσει το στόλο της από εσώρουχα. Πλήρωσε και περίμενε τις Πολυκυστικές Ωοθήκες (ΠΩ) να πληρώσουν και αυτές για να πάνε στην καφετέρια του καταστήματος να καπνίσουν ένα τσιγάρο και να πιούν ένα καφέ. Οι ΠΩ ήταν σεμνότερες. Είπαν ότι είχαν πολλά εσώρουχα αλλά τους έλειπε μόνο "αυτό". Την ώρα εκείνη σήκωσε συμπτωματικά το "αυτό" η ταμίας και είδα ότι επρόκειτο για μια κόκκινη ζαρτιέρα με το ασορτί βρακί της! Εάν, λέω, ΕΑΝ, ήμουν άντρας το πουλί μου θα κατέθετε δια παντός τα όπλα και δεν ξέρω αν θα ανένηπτε και ποτέ... Φαντάστηκα εκείνα τα δαντελωτά εσώρουχα χαμένα μέσα σε τόνους λίπους, κυτταρίτιδας, διπλών, μαλλιαρών αφαλών, ξεχειλωμένων μηρών, μπιμπικιάρικων πωπών, ραγαδιασμένων κοιλιών και αηδίασα... Φαντάστηκα εκείνες τις φουκαριάρες τις ζαρτιέρες να σφίγγονται και να ξεσφίγγονται στα μπούτια της σαρανταπεντάχρονης και ανατρίχιασα. Έφυγα αναλογιζόμενο την παροιμία "τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και τους ανάλογους κώλους" και συγνώμη για τα κακά λόγια.
Για να εξιλεωθώ πήγα με την κυρία μου και αγοράσαμε το καινούργιο βιβλίο του Καζούο Ισιγκούρο "Νυχτερινά" που τόσο καιρό περιμέναμε να το πάρουμε. Τι ψυχή είχαν 13 ευρώ για τόση απόλαυση? Ούτε ένα στρινγκ βρακί δεν παίρνεις με 13 ευρώ πια!