23/5/10

ΓΛΟΥΠ!

Αυτό μόνο είπε η κυρία μου και ατένισε ένα ακαθόριστο σημείο του τοίχου της κουζίνας. "Γλουπ" και ξανά "γλουπ". Την κοίταξα καχύποπτα. Ξεμπέρδεψα τόσο εύκολα από αυτήν? Έτσι έρχονται τα εγκεφαλικά? Λέει το θύμα ένα "γλουπ" και μένει στήλη άλατος να ατενίζει το υπερπέραν?
Μετά σκέφτηκα ωριμότερα. Έχει αποδείξει πολλαπλώς τη γονιδιακή της ανθεκτικότητα. Άρα κάτι άλλο είναι, είπα.
"Χμ", αναφώνησε όταν χτύπησε εκείνο το βράδυ το κινητό της. "Τι να θέλει τώρα αυτός?" είπε. Κατέβηκα με μιας από την κούνια μου και έστησα αυτί. Στην άλλη άκρη των τηλεπικοινωνιακών σημάτων ήταν ένα εκ των πολλών Διευθυντικών Στελεχών του ευρύτερου χώρου της δουλειάς της. Ήθελε ένα κείμενο, κάπως εκλαϊκευμένο, για ένα θέμα - αφιέρωμα σε μια εφημερίδα. Δεν μπορούσε να βρει κάποιον και σκέφτηκε το ζώον, το δικό μου, που δε μπορεί ποτέ να βροντοφωνάξει "ΟΧΙ". Τόσα ποιήματα που είπε στο Δημοτικό στην εθνική επέτειο και τόσα "όχι"που ξεφώνισε τότε, εξάντλησε όλα τα "όχι" της ζωής της.
Το κείμενο το ήθελε σε μια μέρα επειδή θα έφευγε για τη Νέα Ορλεάνη και έπρεπε να το δώσει εγκαίρως στο δημοσιογράφο για σελιδοποίηση. Έκατσε το βόδι το δικό μου και έγραφε όλο το βράδυ. Κατάφερε να το τελειώσει και το έστειλε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Την άλλη μέρα τσουπ! να το το Διευθυντικό Στέλεχος στο γραφείο της. Αντάλλαξε αβρότητες με το δικό μας Διευθυντικό Στέλεχος και έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή από την τσέπη του. Η κυρία μου γούρλωσε τα μάτια της και είπε "τι είναι αυτό?". Εκείνος απάντησε μακάρια "θέλουν και μια φωτογραφία σου". Κακήν κακώς τον έδιωξε. Δεν είμαστε καλά που θα καθόταν να τη φωτογραφίσει. Για να έχει να γελάει με τις εβδομάδες!
Έχουμε ένα πρόβλημα με τις φωτογραφίες. Δεν είμαστε φωτογενείς ούτε εγώ ούτε η κυρία μου. Και αυτό το ξέρουν πολύ καλά ορισμένοι και όποτε βγάζουμε φωτογραφίες τις παίρνουν και ψυχαγωγούνται με τις ώρες.
Το "γλουπ" λοιπόν αναφερόταν στην επιτακτική της ανάγκη να βρει μια αξιοπρεπή φωτογραφία να στείλει. Έψαξε από δω έψαξε από κει, βρήκε μία τελικά και την έστειλε. Ένα τέρας σε μια σπλαχνική λήψη! Ταυτόχρονα ετοίμασε μια σειρά ξόρκια για κακό καιρό στη Νέα Ορλεάνη, πολλά κενά πάνω από τον Ατλαντικό, ματαιώσεις ενδιάμεσων πτήσεων και κατσαρίδων στα δωμάτια. 
Μη με ρωτάτε σε ποια εφημερίδα θα δημοσιευτεί το απόσταγμα σοφίας. Δεν ξέρει ούτε αυτή, δεν της είπε το Στέλεχος. Γι΄ αυτό και τα ξόρκια.

Βέβαια από το να ζούσε, να κυκλοφορούσε και να φωτογραφιζόταν έτσι, καλύτερα τώρα. Πάω να την μεταπείσω για τα ξόρκια...

30/4/10

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Τα συναισθήματα μου αυτόν τον καιρό είναι αντικρουόμενα. Είμαι ένα καναρίνι πολυσυναισθηματικό και μη μου πείτε ότι οι νεολογισμοί είναι χαρακτηριστικό της σχιζοφρένειας. Πολυσυναισθηματικό είναι η λέξη και δεν μ΄ενδιαφέρει αν δεν υπάρχει μέσα στα λεξικά και θεωρείται νεολογισμός. Από τη μια λοιπόν έχω τις προσωπικές μου απογοητεύσεις και από την άλλη έχω, ποιον άλλον την Τσιριμπόμ, την οποία πρέπει συνεχώς να επιτηρώ και να επαναφέρω υπούλως στην τάξη.
Για να γίνω πιο σαφές, ΔΕ ΦΤΑΝΕΙ που με άφησαν και φέτος στο ράφι, έχω να ασχολούμαι νυχθημερόν με τα δικά τους. Εγώ δεν έχω ζωή πια? Φέτος ήταν να με παντρέψουν υποτίθεται. Να φτιάξω κι εγώ τη ζωή μου, να νοικοκυρευτώ, να πολλαπλασιαστώ. Τι έγινε? Τίποτα. Σιωπή ιχθύος. Και μη μου πείτε ότι δεν υπάρχουν νύφες. Φτάνουν πια οι δικιολογίες! Με κοροιδεύουν! Δε θα με παντρέψουν ποτέ. Θα γεράσω με τις μελωδίες μου, με τα απομνημονεύματα μου, μέσα στο παλιό κλουβί μου και θα μείνω στην ιστορία των προγόνων ως ένα ανύπανδρο καναρίνι - εφευρέτης προηγμένων μικροτσιπ.
Ανασκοπώντας το χειμώνα που πέρασε και ξεφυλλίζοντας τα ημερολόγια μου, βλέπω ότι η ασθένεια του Πεθερικού έδωσε ένα τόνο εγρήγορσης στην οικογένεια. Όταν το Πεθερικό μπήκε στο νοσοκομείο η Τσιριμπόμ εκλήθη να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Οι μέρες που πέρασε δίπλα της, η μοιραία ταλαιπωρία που υπέστη στο νοσοκομείο και κυρίως η ψυχολογική κούραση την κατέβαλλαν αρκετά. Άσε που κατανόησε καλύτερα τι περνάει ο κόσμος που φροντίζει γερόντους και κάθε τρεις και λίγο τους τρέχει στα νοσοκομεία και υφίσταται τη μεγάλη ταλαιπωρία των συνεχών εξηγήσεων και επεξηγήσεων και στο τέλος παίρνει πίσω στο σπίτι το γερόντιο υπό μορφή πακέτου με κόκκινο φιόγκο. "Δεν έχει τίποτε το σοβαρό για να νοσηλευτεί, μεγάλη ηλικία, γεράματα, αυτά θα τα έχετε..."
Μόνο μια ελαφριά μυρωδιά της ταλαιπωρίας πήρε η Τσιριμπόμ με την ασθένεια του Πεθερικού. Ευτυχώς έτσι πολυμήχανη που είναι, προέβλεπε και οργάνωνε την άμυνα της και δεν χρειάστηκε να εξοντωθεί. Το μάθημα που πήρε ήταν ότι αλλιώς είναι τα πράγματα από τη μια μεριά κι αλλιώς από την άλλη. Επαλήθευσε ότι καλό είναι να βάζουμε πάντα στη θέση του άλλου την αφεντιά μας και να δούμε πώς μπορούμε να τον διευκολύνουμε βιώνοντας έστω και τεχνητά το ζόρι που τραβάει τη δεδομένη στιγμή.
Το Πεθερικό, αν ζει σήμερα, το οφείλει στην Τσιριμπόμ και μόνο. Θα μπορούσε σήμερα να την ατενίζει από τους ουράνιους λειμώνες φορώντας λευκό φορεματάκι και παίζοντας μια άρπα. Όταν πήρε το εξιτήριο όμως ξεκίνησε το δεύτερο μέρος του έργου. Η αποκατάσταση. Άλλο μεγάλο κεφάλαιο που συνειδητοποίησε η κυρία μου. Δεν είναι μόνο να πάρεις ένα παπούδιο στο σπίτι από το νοσοκομείο, είναι να το ξαναστήσεις στα πόδια του, κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Ο αγώνας κράτησε δύο μήνες και εμπεριείχε πολύ κόπο. Το Πεθερικό ήταν πολύ καταβεβλημένο, είχε ανοίξει ο πωπός του από τα πάμπερ, είχε αδυνατίσει παντού εκτός από τη γλώσσα και το μυαλό... Η καινούργια λέξη που προστέθηκε στο λεξιλόγιο μας ήταν κλινοφιλία. Το Πεθερικό έμενε ξαπλωμένο στο κρεβάτι του όλη μέρα και τεμπέλιαζε. Φώναζε ο κύριος μου. "Σήκω! πρέπει να σηκωθείς, αλλιώς θα πέσεις για πάντα στο κρεβάτι...". Το Πεθερικό ψέλλιζε κάτι αδύναμες δικιολογίες και το ξανάριχνε στον ύπνο. Αυτό γινόταν 2  μήνες ολόκληρους.
Η ιστορία θα τραβούσε εις μάκρος αν δεν ερχόταν το Πάσχα. Σε κάποια κουβέντα της οικογένειας ετέθη το ζήτημα των πασχαλινών προγραμμάτων φύλαξης του Πεθερικού και αδείας της Νταντάς του. Οργανώθηκαν βάρδιες, επιστρατεύτηκαν άνθρωποι. Όταν το μυρίστηκε το Πεθερικό είπε τον εξής χρησμό. "Τι? Θα μείνω εδώ? Δε θα φάω φέτος το ωραίο αρνάκι που φτιάχνετε στον Άλλο Μπύθουλα? Θα έρθω στον Άλλο Μπύθουλα για το Πάσχα". Αυτό ήταν! Απίστευτο τι μπορεί να κάνει η ανθρώπινη φύση εάν έχει κίνητρο! Να έχανε το αρνάκι και την ψυχαγωγία στο σπίτι μας? Να έμπαινε απουσία πρώτη φορά στα 20 χρόνια? Δεν είμαστε καλά!
Εκεί που κανένας δεν πίστευε ότι το Πεθερικό θα ξαναστηνόταν στα πόδια του, εκείνο, σε πείσμα όλων, ζώστηκε το πι και ήρθε. Κατέλαβε τη γνωστή θέση στον καναπέ του σαλονιού και μπερδεύτηκε μέσα στο πρόγραμμα του σπιτιού. Η Τσιριμπόμ αγόρασε το αρνάκι, το έψησε και στο πασχαλινό τραπέζι έγλυφαν όλοι τα δάχτυλα τους με πρώτο το Πεθερικό, αν και η όρεξη του είναι πλέον λίγο πεσμένη σε σχέση με τα παλιά.
Μεγάλα μαθήματα πήρε η κυρία μου από όλη αυτή την ιστορία της ασθένειας, παρολίγον μοιραίας, του Πεθερικού. Επαληθεύτηκαν ορισμένες παροιμίες του ελληνικού λαού, γεμάτες σοφία και αναθεώρησε πολλές σκέψεις της η ίδια. Όμως υπήρξε και κάτι άλλο....
Δίπλα στο Πεθερικό νοσηλευόταν η Μουμίν με πυρετό και γαιδουρόβηχα. Τα απογεύματα και τα βράδια που η κυρία μου καθόταν δίπλα στο Πεθερικό άκουγε γκάχα γκούχα τη Μουμίν και την έλουζε κρύος ιδρώτας. Μερικές μέρες μετά, μετακόμισαν τις δύο γριές στο διπλανό δωμάτιο και έμεινε η Μουμίν μόνη της. Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια.
Όταν το Πεθερικό πήρε εξιτήριο και μετακόμισε σπίτι του, βρήκε την ευκαιρία η κυρία μου να ασχοληθεί λίγο με τον εαυτό της. Το ψυχικό ζόρι που τράβηξε όλο αυτό τον καιρό είχε αντίκτυπο στον οργανισμό της, άλλο αν δεν το καταλάβαινε η ίδια. Τις περισσότερες φορές που είσαι μέσα σε μια κατάσταση αδυνατείς να κατανοήσεις την επίπτωση της τη δεδομένη στιγμή επάνω σου. Νομίζεις ότι όλα πάνε ρολόι. Και πρέπει να περάσει καιρός, να αποστασιοποιηθείς από τα γεγονότα για να κάνεις come back και να ανασκοπήσεις τις επιπτώσεις. Τότε είναι που γουρλώνεις τα μάτια και αναφωνείς "Πω πω τι πέρασα τότε! Μα καλά, πώς άντεξα?". Νομίζεις πως άντεξες. Ο οργανισμός στρεσαρίστηκε τόσο μα τόσο πολύ και τα δείγματα της πίεσης ξεπροβάλλουν συχνά πυκνά όπως τα ξερόχορτα μέσα από τις πέτρες.
Έκανε λοιπόν η Τσιριμπόμ τις εξετάσεις της και της είπαν ούτε λίγο ούτε πολύ. "Συγχαρητήρια, είσθε μια Μαργαρίτα Γκωτιέ της σύγχρονης εποχής". Εντάξει, υπερβάλλω. Όχι τόοοοσο Μαργαρίτα Γκωτιέ αλλά κάπως. Δηλαδή για να ακριβολογώ, δεν αρρώστησε αλλά ήρθε σε επαφή με το μικρόβιο όταν ο οργανισμός της ήταν καταβεβλημένος από την κούραση και τα ξενύχτια. Ο οργανισμός της όμως δεν είναι και κανένας τυχαίος! Ξεσηκώθηκε και αντέδρασε με λύσσα. Το αποτέλεσμα όμως ήταν να μεταβληθούν οι εξετάσεις της και η λύσσα να απεικονιστεί ως θετική mantoux. Αχ ρε Μουμίν, τι μας έκανες!
Πώς αντέδρασε η Τσιριμπόμ? Έπεσε κάτω και άρχισε να κλαίει? Έπαθε κατάθλιψη και διευκόλυνε τη δίαιτα της? Πήρε άδεια να σκεφτεί το μέλλον της? Έκανε και άλλες πιο πολύπλοκες εξετάσεις? Χα χα! Πόσο λίγο ξέρετε την Τσιριμπόμ όσοι βάλατε νοερό x σε μια από τις παραπάνω επισημάνεις. Καμία άλλη εξέταση δεν έκανε διότι τις θεώρησε περιττές και με κόστος (κόστος σε ακτινοβολία, όχι οικονομικό, είπαμε... αλλά όχι κι έτσι...). Στεναχωρέθηκε στιγμιαία γιατί θα έπρεπε να πάρει φάρμακα για 4 μήνες αλλά αμέσως σκέφτηκε τα χειρότερα και τελικά χάρηκε. Ανάποδος άνθρωπος. Όλος ο κόσμος περιπίπτει σε μελαγχολία και σκέψεις, κατά κανόνα μαύρες, όταν του λες ότι θα πάρει για 4 μήνες 2 φάρμακα βαριά για το σηκώτι και που πρέπει να τα παίρνει το πρωί νηστικός μέσα στα άγρια χαράματα για να δράσουν. Εκείνη σκέφτηκε πόσο χειρότερα θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα, πόσο χειρότερα φάρμακα κυκλοφορούν για μοιραίες παθήσεις που δε βλάπτουν μόνο σηκώτι αλλά μαλλιά, νεφρά κλπ. και ανέβασε τη διάθεση της τόσο που με χαρά τα έπαιρνε τελικά τηρώντας ευλαβικά τα ωράρια αλλά όχι και την αποχή από το αλκοόλ.
Όσοι άκουγαν για την προληπτική της θεραπεία και την ατυχία της να αρπάξει το μικρόβιο τη συμπονούσαν και την παρηγορούσαν. Εκείνη όμως γελούσε και τους έλεγε "Σιγά καλέ, τα αυγά. Θα μπορούσε να ήταν κάτι πολύ χειρότερο! Πάλι καλά! Μια χαρά είμαι!". Στο σπίτι έμπαινε ανενόχλητη στο ρόλο της Μαργαρίτας Γκωτιέ και έψαχνε στο διαδίκτυο τις περιπέτειες της άτυχης νεαράς.
Για να ξεσκάσει λιγάκι μετά από όσα τράβηξε, η Θεά Τύχη την επέλεξε για να της προσφέρει ένα ταξίδι στο Cape Town. Ταξίδι προορισμένο αποκλειστικά για Διευθυντικά Στελέχη. Τι κρίμα που τελευταία στιγμή ένα συμπαθές Διευθυντικό Στέλεχος αποφάσισε να μην πάει! Και περίσσεψε η θέση! Και τι τύχη να την πάρει η Τσιριμπόμ! Πήγα κι εγώ και περάσαμε χρυσά. Αλλά αυτά θα τα διαβάσετε αλλού σε διάφορα αφιερώματα που θα ακολουθήσουν.
Η Μαργαρίτα Γκωτιέ δουλεύει σήμερα το βράδυ οπότε θα ασχοληθεί το πρωί με τη λαική (Παρασκευή σήμερα) και το διαδίκτυο. Το βράδυ προμηνύεται δύσκολο και με πολλή δουλειά αλλά πέρα βρέχει, δεν τη βλέπω να έχει ιδιαίτερο άγχος. Λες να συνηθίζει πια το κλίμα μετά από 20 χρόνια? Μπα, συγκυριακό είναι. Αυτά τα φάρμακα που παίρνει φαίνεται έχουν και άλλες δράσεις, κατευναστικές, αλλιώς δεν εξηγείται... Όλα έχουν βρει τη λύση τους και έχουν μπει στη ροή του ποταμιού. Μόνο οι δικοί μου γάμοι δεν τελεσφόρησαν...    

5/4/10

ΤΟ ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΠΑΖΛ

Σα να μην έφταναν οι υπόλοιπες τρέλες της οικογένειας τις οποίες έχω κληθεί κατά καιρούς να αντιμετωπίσω, τώρα τελευταία προστέθηκε και μια καινούργια. Τα εορταστικά πάζλ.
Όλα ξεκίνησαν τα περασμένα χριστούγεννα που το κανονικό μου αφεντικό κουβάλησε στο σπίτι ένα παζλ με 1000 κομμάτια. Ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Παρισιού. Σαν κατασκευή ήταν δύσκολη με τόσα γκρι, μαύρα και άσπρα χρώματα. Τα χριστούγεννα πέρασαν με τον κύριο μου, το κανονικό μου αφεντικό, εμένα και τον μικρό Ντίντη ξαπλωμένους στα χαλιά να φτιάχνουμε επί σειρά ημερών το παζλ.


Κάποτε το τελειώσαμε και έκτοτε παρέμενε φτιαγμένο στο χαλί του δωματίου του κανονικού μου αφεντικού να σκοντάφτουν όλοι επάνω του και να το βρίζουν. Είδε και απόειδε η κυρία μου το φορτώθηκε και πήγε να το κάνει κάδρο να ξεμπερδεύει. Το προόριζε για το φοιτητικό σπίτι της Πάτρας.  Στα μισά της σκάλας το παζλ διαλύθηκε μερικώς και το ξανάφερε πίσω μουρμουρίζοντας και ειδοποιώντας το Ντίντη να έρθει να το επισκευάσει.
Μετά ρωτήσαμε την Καδρού να μας πει πώς να το μεταφέρουμε με ασφάλεια στο μαγαζί της. Μας είπε και το γυρίσαμε ανάποδα, το κολλήσαμε σε εφημερίδα και της το πήγαμε. Έτσι, οι κόποι των χριστουγέννων έγιναν κάδρο.

Τη Μ. Παρασκευή το απόγευμα η κυρία μου πήρε το Ντίντη και πήγαν σε ένα μεγάλο μαγαζί με παιχνίδια για να χαζέψουν και να του αγοράσει το πασχαλινό δώρο του.
Το παιδάκι ήταν πολύ χαρούμενο. Πρώτα από όλα η κυρία μου το πήγε με το αυτοκίνητο και το παιδάκι που δεν είχε ξαναμπεί σε ΙΧ είδε την κατάσταση σαν μια μεγάλη περιπέτεια. Γι'  αυτό το έκανε και η κυρία μου. Ήταν ευκαιρία να χαρεί ο Ντίντη όλο το πακέτο. Η κυρία μου σιχαίνεται το αυτοκίνητο και την οδήγηση. Προτιμά να περπατάει τεράστιες αποστάσεις παρά να υποστεί τη φρικτή ιστορία παρκάρω - ξεπαρκάρω - ψάχνω για νέο πάρκινγκ εκεί που πάω - υφίσταμαι τον κάθε παλαβό που κορνάρει - βιάζεται - κάνει σφήνες κλπ. Επειδή όμως το κατάστημα των παιχνιδιών είναι εκτός κίνησης και κοντά στο σπίτι μας αποφάσισε να χαρίσει στο παιδάκι την περιποίηση της ατομικής μεταφοράς!
Μετά είναι που ο Ντίντη ουσιαστικά μεγαλώνει χωρίς πατέρα και οι στιγμές που ευκαιρούν όλοι να ασχοληθούν μαζί του είναι μόνο στην περίοδο των γιορτών που περισσεύει κάπως ο χρόνος. Νονοί δεν υπάρχουν, χρήματα στην οικογένεια δεν υπάρχουν, τι φταίει το παιδάκι? Τι θα έχει να θυμάται από τα παιδικά του χρόνια? Τώρα όμως έχει να θυμάται... Εμένα ως αριστουργηματική σπιτική μελωδική νότα, την κυρία μου ως δασκάλα ελληνικών, τα αφεντικά μου ως αρσενικά πρότυπα, τη γιαγιά Σοφία ως ελληνίδα γιαγιά... Και όλους μας να φτιάχνουμε μαζί ένα εορταστικό παζλ!
Φέτος λοιπόν το Πάσχα ήρθε η ιδέα στην κυρία μου να απασχοληθούν όλοι με ένα καινούργιο παζλ. Το σκέφτηκε και λίγο ευρύτερα : θα την άφηναν ίσως λίγο ήσυχη στους κόσμους της.  Ωφελιμιστικά ποιούσα επέλεξε ένα παζλ για το παιδάκι και ένα δικό της με προοπτική να κοσμήσει αργότερα ένα τοίχο της Επαύλεως! Έτσι κι έγινε.
Στρωθήκαμε όλοι στη δουλειά! Έγιναν βουναλάκια με χρώματα. Βρέθηκαν οι άκρες και οι γωνίες.
  

Το παζλ ανεπτύχθη στο σαλόνι και όλη η οικογένεια πλην Χόλιους ασχολήθηκε με την κατασκευή του. Βλέπετε στις φωτογραφίες το κανονικό μου αφεντικό με τον Ντίντη σε στιγμές δημιουργίας (και καλού, προσεγμένου, εορταστικού ντυσίματος για το κανονικό μου αφεντικό!). Όλοι περάσαμε από το χαλί, κατά κανόνα με τις πυζάμες μας.


Δεν έλειψε στιγμή η ψυχαγωγία από την κατασκευή!


Τρεις μέρες μας πήρε. Αν δεν ήμουν εγώ να τους ενισχύω με τα τραγούδια μου ακόμα στο περίγραμμα θα ήταν! Ανήμερα το Πάσχα, λίγο πριν στρωθεί το γιορτινό τραπέζι, ο Ντίντη έβαλε το τιμητικό τελευταίο κομμάτι! 

  

Τι ωραία που ήταν! Και τι ωραίο παζλ που έγινε! Έτσι μου΄ρχεται να τρυπώσω μέσα στα τριαντάφυλλα και να μείνω εκεί για πάντα χωμένο μέσα στο ροζ!

4/4/10

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΟΙΚΙΑΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ


Φέτος, δεν έχω καλοκαταλάβει πώς έγινε και η κυρία μου τις γιορτές του Πάσχα βρίσκεται τον περισσότερο χρόνο στο σπίτι. Συνήθως αυτή τέτοιες μέρες πηγαινοέρχεται στη δουλειά της ή είναι με ένα τηλέφωνο στο χέρι και το κεφάλι γεμάτο ιδέες και σκέψεις. Δούλευε βέβαια, τη Μ. Τετάρτη το βράδυ αλλά περιέργως πέρασε ήσυχα και χωρίς άγχος. Μα καλά, θα μου πείτε, μόνο αυτή υπάρχει? Οι άλλοι πού είναι? Οι συνάδελφοι της «την έκαναν» και φέτος με ελαφρά πηδηματάκια.


   

Ο Παχουλός Κύριος εδώ και 20 χρόνια πηγαίνει οικογενειακώς το Πάσχα στη Δήλο και τον Αύγουστο στη Θάσο. Είναι πιο πιθανό να γκρεμίσει ο φούρνος μας παρά να μην τηρήσει το πρόγραμμα του ο Παχουλός Κύριος. Είναι εντυπωσιακό το πώς μερικοί άνθρωποι κατορθώνουν και περνάνε μερικά πράγματα ως πάγια και αδιαπραγμάτευτα!
Η Ξανθιά Κυρία έχει άρρωστο το μπαμπά της εδώ και 2-3 χρόνια οπότε όλες οι γιορτές αναμένεται να είναι οι τελευταίες μαζί του. Βέβαια για να είμαι δίκαιο, η Ξανθιά Κυρία είναι η μόνη που σε περιόδους κρίσης μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τροποποιώντας το πρόγραμμα της.
Ο Γεροντοκόρος από την άλλη, είναι μονίμως προσκεκλημένος με την οικογένεια του στην Κερατέα για δωρεάν τραπέζι και διασκέδαση.
Τέλος, τη Νεώτερη Μικρή την έστειλε η κυρία μου στην ιδιαίτερη πατρίδα της να κάνει γιορτές με τους δικούς της. Στο κάτω κάτω η Νεώτερη Μικρή είναι η μόνη που έχει βοηθήσει και ξεκουράσει ουσιαστικά την κυρία μου τον τελευταίο χρόνο που έχει έρθει στη δουλειά.


Έτσι λοιπόν και φέτος, από τη Μ. Τετάρτη μέχρι τη Δευτέρα του Πάσχα η Τσιριμπόμ είναι επιφυλακή στη δουλειά της και με ένα τηλέφωνο στο χέρι. Κανονικά θα έπρεπε να πεταχτεί και μια βόλτα από κει αλλά είναι όλα τόσο ήσυχα που δε χρειάζεται. Ευτυχώς γιατί κάποιες άλλες χρονιές θμάμαι ότι τα είχαμε δει όλα. Με το αρνί εκείνη και με το μήλο εγώ στο λαιμό τρέχαμε και δε φτάναμε! Αν ανοίξει κάποιος ένα συγκεκριμένο ντουλάπι του γραφείου της θα δει ένα τοιχοκολλημένο χαρτάκι, γραμμένο μια μέρα εν βρασμώ ψυχής. Γράφει περίπου τα εξής «Άλλη φορά ορκίζομαι ότι δε θα ξαναπάρω συνεχείς ημέρες αργιών επιφυλακής στη δουλειά. Υπάρχουν και άλλοι εκτός από μένα οι οποίοι πρέπει να μάθουν ότι αυτές οι μέρες μοιράζονται. Δεν είμαι κορόιδο». Δεν είμαι κορόιδο έγραψε το κορόιδο! Ας μη θυμηθώ καλύτερα πόσες φορές έχουν καταπατηθεί από την ίδια αυτά που έγραψε.

Φέτος όλα έγιναν πιο ανθρώπινα, δεν ξέρω πώς. Δούλεψε μεν τη Μ. Τετάρτη και την Μ. Πέμπτη αλλά με καλή διάθεση και η δουλειά ήταν σε λογικά επίπεδα. Ή μήπως φέτος της φάνηκαν όλα πιο λογικά? Γύρισε το μεσημέρι σπίτι και άυπνη καθώς ήταν δεν πήγε να ξεκουραστεί αλλά με πήρε και πήγαμε στη γιαγιά – Σοφία που έφτιαχνε κουλουράκια. Είχε ήδη φτιάξει τα τσουρέκια και τα είχε αραδιάσει να κρυώσουν. Η κυρία μου τα συσκεύασε σε σακουλίτσες με φιογκάκια και έφτιαξε παρτίδες με τσουρέκια - αυγά για όσους έπρεπε να δώσουν. Η γιαγιά είχε μια λεκάνη με ζύμη, έπλαθε κουλουράκια και η Τσιριμπόμ τα έβαφε με αυγό στα ταψιά. Μάρτυρες οι φωτογραφίες.

Και του χρόνου! Η κυρία μου πλέον διακατέχεται τέτοιες μέρες από διάφορες σκέψεις. Καταθλιπτικές φιλοσοφίες τις λέω εγώ. Δηλαδή χαζομάρες. Απολαμβάνει τη μαμά της να φτιάχνει τα γλυκά με τον ενδόμυχο τρόμο ότι ο καιρός κυλάει και χάνεται και μικραίνει… Κάθεται πειθήνια και τη βοηθάει υπομένοντας αδιαμαρτύρητα όλες τις υποδείξεις της. Διότι η γιαγιά, άκρως δεσποτική, θεωρεί ότι κανένας δεν κάνει τις δουλειές σωστά και θέλει όλα να περνάνε από το χέρι της. Μόνο όταν βλέπει την Τσιριμπόμ ησυχάζει. Την έχει σήκω - σήκω κάτσε - κάτσε. Εκείνη πάλι, κάνει ακριβώς ό,τι θέλει η μαμά της, χωρίς ενστάσεις και παρατηρήσεις. Και γράφει - αποθησαυρίζει στο τετράδιο-της συνταγές για κουλουράκια και μαγειρίτσα, ρωτώντας τον ακριβή τρόπο και τα μυστικά της κάθε συνταγής. Φοβάται ότι ξαφνικά θα έρθει μια μέρα που θα εκλείψουν οι αγαπημένοι της άνθρωποι και θα βρεθεί μόνη και πελαγωμένη. Μόνη να σκέφτεται ότι δεν εκτίμησε τότε που έπρεπε τις μέρες της ευτυχίας. Προετοιμάζεται λοιπόν και απομυζά την κάθε στιγμή... Τι λόξα φετινή κι αυτή! Τι αναίτιο άγχος! Αντί να χαίρεται που η γιαγιά Σοφία, παρά τα όσα της έχουν συμβεί στη ζωή, έχει ακατάπαυστη διάθεση και όρεξη να φτιάξει, να μαγειρέψει, να στολίσει... κάθεται και κλαίγεται για το χρόνο που περνάει και χάνεται. Κουταμάρες. Μου φαίνεται ότι στο σπίτι αυτό μόνο εγώ είμαι η Φωνή της Λογικής. Και τι φωνή! Μελωδική! Στεντόρεια! Μοναδική!
Καλό Πάσχα, υγεία για όλους, να χαίρομαι το κανονικό μου αφεντικό που γιορτάζει, να χαίρομαι όλη την οικογένεια μου, να με χαίρονται και αυτοί. Άντε και του χρόνου σπίτι μου με τη γυναικούλα μου, αν και επικρατεί μια ύποπτη σιωπή για τους γάμους μου... 

28/3/10

ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ 1 - Ο ΠΑΚΗΣ

Όταν αρχίζουν να εισβάλλουν οι αναμνήσεις έρχονται τα γεράματα... Και δεν ομιλώ για μένα που, ως γνωστόν, είμαι στο άνθος της ηλικίας μου! Ομιλώ δια την κυρίαν μου. Με αφορμή τη σαββατιάτικη επίσκεψη μας για ψώνια στο πιτάδικο της γειτονιάς, ξύπνησαν κάποιες αναμνήσεις της. Έσπευσα λοιπόν όταν γυρίσαμε σπίτι να βρω τα απομνημονεύματα των προγόνων μου και να τις διαβάσω από πρώτο χέρι....  
Όταν η Τσιριμπόμ ήταν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας αποτελούσε μέλος μιας μεγάλης φοιτητικής παρέας. Ο κύριος μου δεν είχε εμφανιστεί ακόμα στο προσκήνιο οπότε η κυρία μου απολάμβανε την ελευθερία της. Η παρέα ήταν ετερόκλητη ως προς τις σχολές. Περιλάμβανε πολυτεχνίτες που δεν είχαν πολλά κορίτσια στις σχολές τους, φιλολογίνες που δεν είχαν πολλά αγόρια στη σχολή τους, οικονομικούς που σνόμπαραν τις συμφοιτήτριες/ συμφοιτητές και πάει λέγοντας. Ανάμεσα τους ήταν και υποψήφιοι γιατροί. Στην παρέα τους έρχονταν και έφευγαν άτομα, όπως συνήθως γίνεται στις φοιτητικές παρέες αλλά ο βασικός πυρήνας παρέμενε ο ίδιος.
Ένα απόγευμα, σε μια μικρή καφετέρια του κέντρου, κοντά στη Νομική, η παρέα είχε την καθιερωμένη συνάντηση της. Θα ήταν σύνολο καμιά δεκαπενταριά άτομα. Η εξεταστική περίοδος έβαινε στο τέλος της και όλοι έκαναν προγνώσεις και σχέδια για το καλοκαίρι. Στην παρέα προστέθηκαν ασθμαίνοντας οι δύο τελευταίοι. Έφτασαν βρίζοντας το λεωφορείο του Γουδιού που τους έφερε από την Ιατρική και που έκανε εκατό ώρες να κατέβει στο κέντρο. Ήταν η Τιτή και ο Πάκης, αμφότεροι μεταγραφή από Ιταλία στο τρίτο έτος της Ιατρικής της Αθήνας. Ήταν εκείνες οι εποχές που έμπαιναν στην ιατρική 300 φοιτητές στο πρώτο έτος και ξαφνικά βρίσκονταν στο τέταρτο 1200! Για την Τιτή δεν υπήρχε θέμα. Ήταν άτυχη και ίσως υπέρ του δέον χαλαρή έτσι ώστε να μην περάσει στην Ιατρική. Η μετέπειτα πορεία της επαλήθευσε ότι τα ελεύθερα πνεύματα δεν στρώνονται εύκολα και δεν πειθαρχούν στα προγράμματα πανελληνίων εξετάσεων είτε επειδή είναι ανώριμα ακόμα είτε επειδή δεν περιχαρακώνονται σε κανόνες και πρέπει (ιδέ Χόλιους). Είναι ήδη από χρόνια παιδίατρος και διαπρέπει σε μια μεγάλη πόλη της περιφέρειας. Αυτά για την Τιτή.
Ο Πάκης όμως? Ο Πάκης ήταν ένας μαθητής που όπως λέει η κυρία μου έβαζε περισπωμένη στο όμικρον. Είχε και μια μεγαλύτερη αδελφή που αυτή έβαζε περισπωμένη και στο έψιλον. Τα δύο όμως αυτά αδέλφια είχαν την τύχη να έχουν πατέρα τον κουρέα της γειτονιάς. Αυτό σήμαινε γνωριμίες κάθε είδους και πολύ μαύρο χρήμα. Δηλαδή το ψαλίδι εισέπραττε ποσά  και δήλωνε εισόδημα περίπου απόρων. Με αυτό το εισόδημα τα δύο αδέλφια φυγαδεύτηκαν στην Ιταλία για να εκπληρώσουν το μικροαστικό όνειρο των ‘80s : να γίνουν γιατροί.
Προηγήθηκε η μεγάλη αδελφή η οποία εντός ολίγου άρχισε τις περιοδείες από πόλη σε πόλη προς άγραν του ελαστικότερου πανεπιστημίου. Στο στρωμένο δρόμο έφεραν λίγο αργότερα τα βήματα του και τον αδελφό. Κακήν κακώς περνούσαν τα αδέλφια τα μαθήματα τους χωρίς να θέλω καν να φανταστώ τους τρόπους που χρησιμοποιούσαν. Όταν ήρθε το timing (δε μου αρέσει να χρησιμοποιώ ξένες λέξεις, εγώ ένα ελληνοτραφές καναρίνι αλλά η έκφραση «το πλήρωμα του χρόνου» δεν αποδίδει ακριβώς αυτό που θέλω να πω) οι γνωριμίες του μπαμπά και όλος ο μηχανισμός του τότε κυβερνώντος κόμματος (ενδεχομένως και το πολύ χαμηλό εισόδημα του πατέρα) συνωμότησαν και τα δύο αδέλφια ήρθαν με μεταγραφή στην Ιατρική Αθήνας, ίσα μεταξύ ίσων.
Λίγο καιρό μετά, προστέθηκε ο Πάκης στην παρέα τους και μεταξύ φοιτητικής χαράς και εξεταστικής ευδαιμονίας γίναμε κοινωνοί του όλου παρασκηνίου. Δεν ήταν κακό παιδί ο Πάκης, ήταν απλώς ηλίθιο. Ταυτόχρονα ήταν και γείτονας της κυρίας μου χωρίς όμως ποτέ να έχουν συναντηθεί στα δρομάκια του Άλλου Μπύθουλα.
Όταν οι εξεταστικές περίοδοι τελείωναν πανηγύριζαν όλοι τις επιτυχίες τους και κατάπιναν τις γλώσσες τους για τις αποτυχίες αλλά όλοι ανεξαιρέτως περίμεναν με ενδιαφέρον τις ανακοινώσεις του Πάκη για την πρόοδο του. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν κατέφθασε με την Τιτή, (από την οποία συνήθως αντέγραφε), σκασμένος. Είχαν πάρει τα αποτελέσματα της Καρδιολογίας για την οποία 10 μέρες νωρίτερα που είχαν συναντηθεί ήταν περιχαρείς ότι έγραψαν καλά και την περνούσαν. Η κυρία μου θυμόταν ότι ο Πάκης ήταν πολύ ευχαριστημένος με το γραπτό του. Είχε τύχει τη μέρα εκείνη να δίνει κι εκείνη εξετάσεις για ένα πτυχίο γαλλικών οπότε είχαν πανηγυρίσει οι τρεις τους ομού και είχαν τάξει κέρασμα με τα αποτελέσματα. Η Τιτή ανακοίνωσε ότι πέρασε με 6 και ο Πάκης, εμφανώς εκνευρισμένος δήλωσε ότι κόπηκε, παρότι είχε γράψει τόσο καλά. Ήταν σκασμένος με την αδικία! Τι της ήρθε να ρωτήσει της κυρίας μου με πόσο κόπηκε? Η κακιά η ώρα. Δεν έπρεπε να ρωτήσει αλλά ήταν ένα είδος άγραφου νόμου να χαριεντίζονται με το αναπόφευκτο των αποτυχιών. «Με 1 με έκοψε, ακούς εκεί!». Εκεί ήταν που η Τσιριμπόμ έχασε κάθε κόκκο αυτοσυγκράτησης και λογικής και έσκασε στα γέλια κραυγάζοντας : «χα χα χα, χου χου χου, με 1, άκου με 1, μα κόβονται άνθρωποι με 1…». Και δώστου να γελάει και τόσο να κοκκινίζει ο Πάκης και να γίνεται μετά πρασινοκίτρινος και μωβ. Κόντεψε να τη σκοτώσει. Θίχτηκε απίστευτα με τη συμπεριφορά της και έκανε να της μιλήσει ένα μήνα. Μάταια η παρέα προσπαθούσε να τους τα ταιριάξει. Ο Πάκης απαιτούσε συγνώμη, η οποία δεν ερχόταν βέβαια από την άλλη όχθη. Η Τσιριμπόμ θεωρούσε με τη σειρά της ότι δικαίως έσκασε στα γέλια, ήταν κάτι πραγματικά αστείο να κόβεσαι με 1. Άλλωστε ο αυτοσαρκασμός (θα έπρεπε να) ήταν ταλέντο όλης της παρέας.
Κάποτε η παρέα με τη δυναμική της κατάφερε και ξαναμίλησαν οι δυο τους. Το γυαλί όμως είχε ραγίσει. Δεν αποκατέστησαν ποτέ ξανά τις σχέσεις τους. Η Τσιριμπόμ δεν έσκασε και ιδιαίτερα, ίσως επειδή πάντοτε τον υποτιμούσε και απλώς τον ανεχόταν στην παρέα.
Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, τα πανεπιστήμια τελείωσαν, τα ενδιαφέροντα άλλαξαν, η παρέα διαλύθηκε. Ο καθένας πήρε το δρόμο του. Μετά από αρκετά χρόνια, η κυρία μου συνάντησε στο δρόμο τον Μενέλαο, μέλος εκείνης της παρέας και γιατρό πλέον. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και κατέφυγαν σε ένα μέρος για να θυμηθούν τα παλιά. Εκεί που μιλούσαν για όλους και για όλα, ήρθε και η σειρά του Πάκη. «Α!» έφριξε ο Μενέλαος, «είμαστε μαζί, κάνει ειδικότητα μαζί μου, στο ίδιο νοσοκομείο. Και φαντάζεσαι τι γίνεται?». Πώς δε φανταζόταν καλέ! Αυτή δε φανταζόταν? Φανταζόταν και παραφανταζόταν αλλά άφησε το Μενέλαο να πει για να ψυχαγωγηθεί. «Έχουμε τόση, μα τόση δουλειά, εφημερεύουμε απανωτά, είμαστε λίγοι και σα να μην έφταναν όλα αυτά, έχουμε και τον Πάκη». «Μα γιατί?» ρώτησε αθώα αυτό το τέρας που ονομάζεται καλλιτεχνικά Τσιριμπόμ. «Τι γιατί? Είμαστε αναγκασμένοι να βάζουμε στο πρόγραμμα εφημεριών ακόμα έναν παλιότερο, όταν εφημερεύει ο Πάκης στα επείγοντα για να τον προσέχει!». Καταλαβαίνετε απόγνωση? Να βάζουν έναν παλιότερο ειδικευόμενο γιατρό να εφημερεύει με τον Πάκη για να τον προσέχει! Για να μην πάρει στον (ανίδεο) λαιμό του κανέναν φουκαρά άνθρωπο! Και όμως ο Πάκης εκτός από την ιατρική, τελείωσε και την ειδικότητα του - παθολογία παρακαλώ - και άνοιξε ιατρείο στην ευρύτερη γειτονιά μας κάνοντας χρυσές δουλειές. Κοντά του άνοιξε ιατρείο και η αδελφή, ευτυχώς σε ακίνδυνη ειδικότητα : μικροβιολόγος. Αυτή τουλάχιστον απέκτησε κάποιου είδους αυτογνωσία γιατί ξεκίνησε ειδικότητα παιδιατρικής και μόλις είδε τα αγγούρια κατέφυγε στην ασφάλεια των ορών και των ούρων.
Γιατί τα θυμήθηκα όμως όλα αυτά τα περασμένα? Το Σάββατο το πρωί, όπως σας έλεγα, πήγαμε με την Τσιριμπόμ στη μικρή αγορά της γειτονιάς μας για λίγα ψώνια. Το σενάριο γνωστό. Με τα πόδια, μέσα από τα στενά, να παρατηρούμε μπαλκόνια, λουλούδια, ανθρώπους, να μυρίζουμε τις ανθισμένες νερατζιές, να ακούμε τους ανταγωνιστάς μου… Φορτώθηκε σα γαϊδούρι τις τσάντες του σούπερ μάρκετ και πήραμε μαζί το δρόμο του γυρισμού. Στα μισά, της ήρθε να περάσει από μια βιοτεχνία με πίτες για σουβλάκια και άλλα δημοφιλή προϊόντα.
Πραγματικά, στρατοπέδευσε με τις τσάντες στο κατάστημα και ετοιμάστηκε να δώσει την παραγγελία της. Ξαφνικά, επικράτησε μια αναταραχή στο μαγαζί, μια οχλαγωγία, γυναίκες ανεβοκατέβαιναν από μια εσωτερική σκάλα, μιλούσαν μεγαλόφωνα, ήταν τρομαγμένες και ελαφρώς υστερικές. Ανεστάλησαν προσωρινά οι παραγγελίες και η κυρία μου έμεινε στήλη άλατος να παρακολουθεί.
«Τη μέτρησα πάλι και τον έβαλα να καθίσει κάτω», έλεγε η μεγαλύτερη.
«Και πόσο ήταν?», ρώτησε η νεώτερη με άγχος.
«Πάλι 17, δεν έπεσε καθόλου!», είπε η μεγάλη.
«Πω πω», είπε η νεώτερη, «όσο και πριν μισή ώρα! Τι θα κάνουμε? Πάω να δω…».
Έφυγε βιαστική προς τις σκάλες και απέμεινε η κυρία μου να περιεργάζεται τα ράφια για να δει τι άλλο θα αγοράσει αλλά με το αυτί στημένο στα δρώμενα. Ήταν εμφανές ότι κάποια πίεση έκανε τσιριτσάντζουλες αλλά αυτό δεν ήταν δική της δουλειά. Και πρακτικά, αν βλέπατε την κυρία μου πώς ήταν ντυμένη και περιτριγυρισμένη από τσάντες, θα σας ήταν δύσκολο να πιστέψετε ότι θα μπορούσε ποτέ να ήταν δική της δουλειά.
Μέχρι να συγκεντρωθεί η παραγγελία μας ενέσκηψε νέα απορρύθμιση. Κατέβηκε η νεώτερη σχεδόν ουρλιάζοντας.
«Δεν είναι καλά! Δεν είναι καλά! Δεν κάθεται στο κρεβάτι! Τι θα κάνουμε?».
Η πολύπειρη κυρία μου επιβεβαίωσε για ακόμα μια φορά τον χρυσό κανόνα : μην εμπλέκεσαι ποτέ σε υστερικές καταστάσεις, μόνο μπελάδες θα συλλέξεις. Εκεί που έψαχνε τα λεφτά της να πληρώσει ακούει τη μεγαλύτερη κυρία να φωνάζει. Ήταν η λυδία λίθος!
«Τον Πάκη, τον Πάκη! Πάρε γρήγορα τηλέφωνο τον Πάκη, να έρθει να μας πει τι να κάνουμε! Να έρθει να τον δει! Γρήγορα!».
Ο Πάκης εκείνος από τα παλιά! Να έρθει να δει τον άρρωστο και να τους πει τι να κάνουν! Τι μικρός κόσμος! 
Πληρώσαμε άρον άρον και φύγαμε κουτρουβαλώντας. Η κυρία μου γελούσε σε όλο το δρόμο. Ειλικρινά δεν ξέρω να σας πω αν έπρεπε να γελάει ή να κλαίει. Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι τι θα ήταν σωστό να κάνει. Την έπιασε όμως εκείνο το γέλιο όπως τότε που είχε πει ο Πάκης ότι κόπηκε στην καρδιολογία με 1. Νομίζω ότι κανονικά θα έπρεπε να κλαίει. Διότι πολύ απλά, ο Πάκης δεν ξέρει πού να βάλει τα λεφτά από το ιδιωτικό ιατρείο και τις κατ΄ οίκον επισκέψεις. Όνομα στην περιοχή, όπως κατάλαβα. Ενώ κάτι άλλοι μετράνε και τη δεκάρα, από όσο ξέρω. Βάζουν κάτω τα τετραδιάκια και κάνουν νυχθημερόν υπολογισμούς. Άντε να μην ανοίξω το στόμα μου… Άντε...

22/3/10

ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ξεκρέμασα επιτέλους την επιγραφή "Κλειστόν λόγω ομιλίας", ξεσκόνισα, έπλυνα τις κουρτίνες και άνοιξα πάλι το μαγαζί! Τι ήταν κι αυτό που περάσαμε? Τι άγχος! Χωρίς λόγο και αιτία βέβαια αλλά αυτά τα λέμε μετά... Μέχρι να γίνει η ομιλία πεθαίνουμε... Τουλάχιστον οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, αν μη τι άλλο, αποκομίσαμε γνώσεις, μέσα από την ετοιμασία. Ας έρθω στο προκείμενο.
Παρασκευή βράδυ ήμαστε ακόμα στη δουλειά, όταν το κινητό τηλέφωνο της κυρίας μου χτύπησε ξαφνικά και εκείνη αντίκρυσε με τρόμο την οθόνη. Ήταν η Κυρία Του Καλού Κόσμου! Έπρεπε να απαντήσει! Δεν μπορούσε να μην απαντήσει! Ξεροκατάπιε και πάτησε το κουμπάκι. Η Κυρία Του Καλού Κόσμου βρισκόταν και εκείνη ακόμα στη δουλειά της, κουνώντας τα νήματα μιας βιαστικής στατιστικής ανάλυσης μερικών δεδομένων για τα οποία η δική μου κυρία είχε κάποιο λόγο. Η Τσιριμπόμ ήταν μαδημένη από την κούραση (δούλευε ήδη 14 ώρες και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι), η Κυρία σε λίγο θα έφευγε για το θέατρο. Ασύγκριτα μεγέθη!
Ποία όμως είναι η  Κυρία Του Καλού Κόσμου και τι δουλειά έχουμε εμείς με αυτήν?  Ο Λύσανδρος, συνάδελφος της Τσιριμπόμ σε άλλη υπηρεσία, της γνώρισε την Κυρία, για να επεκτείνουν κάποιες συνεργασίες επιστημονικού χαρακτήρα στο Πανεπιστήμιο. Τα πανεπιστήμια πρέπει να δείχνουν έργο, οι Πανεπιστημιακοί να φτιάχνουν βιογραφικά, οι φοιτητές να κάνουν διατριβές κλπ. κλπ. Τι σχέση έχει η δικιά μας με όλα αυτά? Είναι μήπως πανεπιστημιακός? Φτου φτου φτου....φάτε τη γλώσσα σας... Άκου πανεπιστημιακός! Με χωρίς θείο, μπαμπά, μεγάλο σαλόνι, τζάκι, πολλά λεφτά, προελεύσεως και κάτοικος Άλλου Μπύθουλα... Συνέλθετε!
Η εμπλοκή της εντάχθηκε στο γενικότερο κεφάλαιο ¨Αδυνατώ να πω ΟΧΙ". Έτσι, όταν ο Λύσανδρος της είπε για τη συνεργασία, στην οποία η κυρία μου θα προσέφερε το υλικό και το Πανεπιστήμιο την επεξεργασία του στο εργαστήριο, εκείνη ντράπηκε να του πει ότι προτιμά να ασχολείται με εντελώς διαφορετικά πράγματα από αυτά (τα εξωσχολικά βιβλία της, τις πεζοπορίες της, τα λουλούδια της...). Η αλήθεια είναι ότι ο Λύσανδρος είναι ο ευγενέστερος άνθρωπος που γνωρίζει η κυρία μου. Η ευγένεια και η παιδεία του, ολίγον οξφορδιανές, ήταν υπεύθυνες για την υποχώρηση της και το μπλέξιμο σε όλη αυτή την ιστορία της Πανεπιστημιακού Δασκάλας.
Όταν είχε συναντήσει για πρώτη φορά την Κυρία Του Καλού Κόσμου η Τσιριμπόμ είχε περίπου φρίξει. Οι ηλικίες τους ήταν κοντά αλλά εκεί σταματούσε η όποια ομοιότητα. Στο φέουδο της, πλαισιωμένη από ένα σωρό φοιτητές - δούλους, δεσποτική, ανταγωνιστική και απρόσιτη, πιέστηκε να είναι φιλική με την κυρία μου στα πλαίσια της επερχόμενης συνεργασίας. Προσεγμένα ντυμένη, αν και άχαρη, με μαλλί κομμωτηρίου και συμπεριφορά στημένη, έκανε την κυρία μου να νιώσει άβολα από την πρώτη στιγμή. Οι συγκρίσεις ωχριαστικές! Εκείνη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου, με Αμερικές, απόλυτα πετυχημένη (με τους όρους που επικρατούν στη μάζα), σωρεία τα papers και τα masters που επέβλεπε, οι φοιτητές σούζα, λίστα τα συνέδρια στο εξωτερικό, πολλές οι πανεπιστημιακές ευθύνες, η πανεπιστημιακή δόξα...  Απέναντι ο φτωχός συγγενής - Τσιριμπόμ, όπως είναι γνωστή κουτσά στραβά από άλλες περιγραφές του συγγραφέα. Πετυχημένη κι αυτή, δε λέω, αλλά με άλλα μέτρα και σταθμά. (Προχθές γύρισε με μια τσάντα χόρτα βουνού που της έφερε ένας κύριος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη βοήθεια της! Επιτυχία είναι κι αυτό).
Σιγά σιγά η κυρία μου εξοικειώθηκε με την Κυρία και ένιωθε λιγότερο άβολα με τον καιρό. Το ίδιο και η άλλη. Οι επαφές τους έμειναν και μένουν κυρίως τηλεφωνικές.
Θεωρητικά, η Κυρία Του Καλού Κόσμου προέρχεται και αντιπροσωπεύει μια Σχολή του Πανεπιστημίου κατώτερη της Σχολής της κυρίας μου. Η κατώτερη σχολή χρησιμοποιεί την ανώτερη για ερευνητικούς σκοπούς, επειδή η ανώτερη έχει το ενδιαφέρον υλικό. Η μια Κυρία λοιπόν, αν και καθηγήτρια, μεγάλη και τρανή, με δάφνες και παραδάφνες, φαίνεται να νιώθει λίγο μειονεκτικά μπρος στην δική μου κυρία, η οποία αν και περίπου σφουγγαρίζει στο χώρο της, δεν παύει να έχει σημαντική θέση σε απτή προσφορά λύσης περίπλοκων προβλημάτων. Υποβόσκει λοιπόν μια, να το πω, παραδοχή ή ίσως ίσως θαυμασμός από την πλευρά της Κυρίας προς την Τσιριμπόμ. Σα να λέμε ότι η μια είναι Καθηγήτρια Ιχθυοτροφείων στο Πανεπιστήμιο και η άλλη Νομικός - Δικηγόρος εξειδικευμένη στα προβλήματα των ψαριών. Ελπίζω να ήμουν σαφές. Από την άλλη, η Κυρία Του Καλού Κόσμου, με το μαλλί κομμωτηρίου και τον τουπέ, γνώρισε την κυρία μου που είναι πολύ απλή, πάντα γελαστή και ανεπιτήδευτη. Επιπλέον, της αναγνώρισε ότι σε αντίθεση με εκείνη που δουλεύει σε εργαστήριο, η κυρία μου σκοτώνεται στα σαλόνια αλλά και στα αλώνια της καθημερινής πρακτικής αλλά έχει το νου της και στα ερευνητικά, στην εκπαίδευση των νεότερων, κλπ. κλπ. Οπότε, κατέβηκε ένα σκαλί από το βάθρο της για να μελετήσει ένα θηλυκό των δυτικών προαστείων.
Θυμάμαι πριν 3-4 χρόνια, παραμονές Χριστουγέννων, η Κυρία Του Καλού Κόσμου πήρε σπίτι μας τηλέφωνο για να μας καλέσει σε ένα lab party (από το laboratory) όπως είπε! Το πάρτυ θα γινόταν στο σπίτι της στα βόρεια προάστεια.  Η Τσιριμπόμ μόνο που δε λιποθύμισε όταν άκουσε την πρόσκληση. Το τελευταίο που θα ήθελε ήταν ένα βράδυ μέσα σε αγνώστους, στημένη σα να είχε καταπιεί μπαστούνι. Πήγε όμως. Κατέστρωσε επιτελικά σχέδια, βρήκε ρούχο αξιοπρεπές, αγόρασε δώρο της εμβέλειας Κυριών Καλού Κόσμου και απορροφήθηκε από το πρωτόκολλο. Εκείνο που κυρίως την ώθησε ήταν η περιέργεια να δει από κοντά πώς ζει μια Κυρία Του Καλού Κόσμου. Το σπίτι ήταν μονοκατοικία με κήπο, με σαλόνια και παρασαλόνια, δωμάτια και παραδωμάτια. Απέπνεε οικονομική άνεση αλλά και γούστο (ξέρετε ότι είμαι δίκαιο). Οι οικοδεσπότες ήταν προσηνείς, τα εδέσματα της οικιακής βοηθού νόστιμα, οι φοιτητές του εργαστηρίου έδιναν μια νότα ανάλαφρη στο χώρο και τελικά περάσαμε όλοι καλά. Πάντως δεν είχαν καναρίνι αυτοί.
Τώρα που σας έβαλα στο κλίμα θα έρθω και στην ιστορία του τίτλου : Οι Κυρίες Του Καλού Κόσμου. Πληθυντικός. Πριν δύο μήνες χτύπησε πάλι το κινητό της Τσιριμπόμ και είδε με τρόμο το όνομα της Κυρίας του παρόντος αφιερώματος. "Ωχ", σκέφτηκε η Τσιριμπόμ, "τι να θέλει πάλι?". Μετά τα τυπικά, της έσκασε τη βόμβα. Η αδελφή της αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα και ήθελε τη γνώμη της κυρίας μου. Η αδελφή, υψηλά ιστάμενη σε έναν ευρωπαϊκό οργανισμό, μένει μόνιμα στην πρωτεύουσα που εδρεύει ο οργανισμός αυτός και πηγαινοέρχεται σε όλο τον κόσμο συχνά πυκνά για δουλειές εξίσου υψηλά ιστάμενες. Για το πρόβλημα της είχε ζητήσει συμβουλή από τους εκεί ειδικούς αλλά κάπου θεώρησε ότι δεν της δόθηκε η δέουσα προσοχή, κάπου δεν λύθηκε εντελώς το πρόβλημα, δεν ξέρω... Το αποτέλεσμα ήταν η  Κυρία να ζητήσει από την Τσιριμπόμ να της ορίσει μέρα και ώρα που θα μπορούσε να τη δει. Τώρα που λίγο πολύ καταλαβαίνετε τι εστί Τσιριμπόμ, φανταστείτε τι έπαθε η κακομοίρα. Έμεινε με το ακουστικό στο χέρι, ξεροκατάπιε και άρχισε τις διερευνητικές ερωτήσεις. Χαμένη υπόθεση. Η ιστορία είχε πάρει το δρόμο της. Μην ξεχνάτε ότι και η άλλη δεν είναι καμιά χαζή, είναι εύκολο να διαβάσει μια άρνηση μέσα από μια δικιολογία. Η κυρία μου όρισε συνάντηση την επόμενη Τετάρτη. Παρηγορήθηκε προσωρινά με την ιδέα ότι μέχρι την επόμενη Τετάρτη μπορούσαν να συμβούν πολλά ανασταλτικά του ταξιδιού.
Η αδελφή θα παραλάμβανε την αδελφή από το αεροδρόμιο και θα την έφερνε στη δουλειά της Τσιριμπόμ. Μετά θα πήγαιναν να δουν τη μαμά τους και την επομένη θα έφευγε πάλι για την ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της. Τι καταλάβατε από όλα αυτά? 1. Η αδελφή θα ερχόταν ειδικά για να δει την κυρία μου! 2. Αλλοίμονο στην κυρία μου αν δεν της έλυνε το πρόβλημα.
Οι νύχτες αγρύπνιας διαδέχτηκαν η μια την άλλη. Αυτό που για άλλους θα αποτελούσε, ας πούμε, τιμή, για τη φτωχή Τσιριμπόμ ήταν όνειδος! Το άγνωστο πρόβλημα ήρθε και κάθισε βαρύ στους ώμους της και κινδύνεψε να την κοντύνει κι άλλο. Χίλιες σκέψεις και σενάρια φανταζόταν... Στο τέλος το πήρε απόφαση και περίμενε στωικά την Τετάρτη. Ξημέρωσε κάποτε αυτή η Τετάρτη και η κυρία μου ενημέρωσε όποιον μπορούσε στο γραφείο ότι θα δεχόταν δύο Κυρίες Του Καλού Κόσμου. Αυτό αποτελούσε από μόνο του αξιοθέατο διότι στο γραφείο τους είναι όλοι απλοί καθημερινοί άνθρωποι, με πρώτο και καλύτερο το Διευθυντικό Στέλεχος. Οι Κυρίες Του Καλού Κόσμου σπανίζουν στην υπηρεσία τους και όλοι είναι ευτυχείς για αυτό, επειδή τέτοιες παρουσίες προκαλούν μια γενική απορρύθμιση. Άσε που είναι σίγουρο ότι κανένας δεν μπορεί να φερθεί όπως πρέπει σε κυρίες τέτοιου είδους!
Στην υπηρεσία της κυρίας μου η ζωή εκτυλίσσεται σε ένα μεγάλο κοινό γραφείο. Εκεί κάθονται συνήθως όλοι, γύρω στα 14 άτομα. Κάποιες φορές αποσύρεται το Διευθυντικό Στέλεχος στο γραφείο του, ο Παχουλός Κύριος με την Ξανθιά Κυρία στα δικά τους αλλά γενικά όλοι κλωθογυρίζουν στο μεγάλο γραφείο. Η Τσιριμπόμ έχει ένα δικό της γραφείο στολισμένο με Μονέ αλλά εκείνο είναι ένα κέντρο διερχομένων. Φιλοξενεί το φωτοτυπικό μηχάνημα, δύο υπολογιστές και ντουλάπες φύλαξης ρούχων και πορτοφολιών. Αφού το σκεφτόταν μέρες, αποφάσισε να τις δεχτεί στο γραφείο της. Τουλάχιστον είχε τους Μονέ να δείξει.
Ήρθαν ωσάν φρεγάτες, αποπνέοντας αέρα του εξωτερικού. Παραπονέθηκαν για την κίνηση στο δρόμο χωρίς να ζητήσουν συγνώμη για την αργοπορία τους. Η κυρία μου έσβηνε τα κάρβουνα από τον πωπό της και κατάπιε κρυφά το δεύτερο λεξοτανίλ (ψέματα, δεν παίρνει τέτοια, φοβάται). Για να μην πολυλογώ στην ήδη μεγάλη σημερινή ανάρτηση, η Άλλη Κυρία Του Καλού Κόσμου άρχισε να αναλύει το πρόβλημα της στην κυρία μου η οποία άκουγε στωικά. Κουβέντιασαν για λίγο, διαμορφώθηκε μια άποψη και προχώρησαν στις οδηγίες. Από κει και πέρα χάθηκε η μπάλα. Άνοιξε 80 φορές η πόρτα, χωρίς προηγουμένως να χτυπήσει κανείς, μπήκε όποιος μπορείτε να φανταστείτε είτε για να βγάλει φωτοτυπίες, είτε για να πάρει σφραγίδα της κυρίας μου, είτε για να τη ρωτήσει κάτι, είτε για να δει κάτι στον υπολογιστή, είτε για να ζητήσει μια άμεση οδηγία, είτε για να δει αν είναι κάποιος μέσα και να πει "α, εδώ είσαι!", είτε για να τη ρωτήσει πώς θα βγει έξω από το κτίριο... Το κλου ήταν ένας κύριος που πουλούσε κεριά. Κάθε φορά που άνοιγε ξαφνικά η πόρτα, οι Κυρίες Του Καλού Κόσμου αναπηδούσαν θορυβημένες και κοίταζαν με θαυμασμό και απορία την πόρτα που κανένας δεν είχε χτυπήσει πρώτα για να μπει. Οι φράσεις τους είχαν τόσες πολλές φορές διακοπεί που έστεκαν πάνω από τα κεφάλια τους σαν ξεφτισμένα κουρέλια. Τα πρόσωπα τους άρχισαν να αποκτούν μικρά κόκκινα σπυράκια συγκεκαλυμένης αγανάκτησης για την οποία δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα.
Μέσα σε όλον αυτόν τον κυκεώνα η Τσιριμπόμ στάθηκε βράχος. Χρόνια μαθημένη σε ένα τέτοιο κλίμα αγένειας, ταχύτατης λύσης προβλημάτων και συνεχούς εξυπηρέτησης όλων, άρπαζε και ξανάραβε τα κουρέλια των φράσεων, κάλυπτε τα κενά και συνέχιζε τις κουβέντες από εκεί που κόβονταν, γεμάτη ευγένεια, χάρη, σαφήνεια, αισιοδοξία και σιγουριά. Το πρόβλημα της Κυρίας δεν ήταν τίποτε σπουδαίο, ήταν μάλιστα λυμένο ήδη από τους άλλους. Απλώς δεν είχε σερβιριστεί σωστά η λύση του. Άρπαξε η Τσιριμπόμ ένα δίσκο, έβαλε ωραίες γαρνιτούρες, μπόλικη σως, πασπάλισε το κρέας με τη σιγουριά της και τον πρόσφερε. Οι Κυρίες έφυγαν μαγεμένες και η Τσιριμπόμ χώθηκε ευτυχής στη χαύρα του μεγάλου γραφείου, πρόθυμη να λύσει τις απορίες όλων για τις Κυρίες Του Καλού Κόσμου. Όλοι βέβαια είχαν περάσει από το γραφείο για να δουν τα αξιοθέατα και την υποδέχτηκαν με διάφορες κραυγές : "Καλέ τι ήταν αυτές? Τι ξινίλα? Πώς άντεξες? Πώς μας κοιτούσαν έτσι όταν μπαίναμε?" κλπ. κλπ. Επαναλαμβάνω ότι είμαι αρρωστημένα δίκαιο και οφείλω να πω ότι ούτε αυτή η συμπεριφορά ήταν σωστή. Είναι πολύ άσχημο να πρέπει να μιλήσεις με κάποιον κατ΄ ιδίαν και να μην έχεις έναν αξιοπρεπή χώρο με ησυχία. Να μη χτυπούν την πόρτα όταν πρέπει να μπουν σε ένα γραφείο. Να σε διακόπτουν θέλοντας όλοι να κάνουν τη δουλειά τους εδώ και τώρα. Να αποτελούν όλοι μέρος της αγένειας που καταδικάζουν... 
Αυτή την επίσκεψη θυμήθηκα με το τηλέφωνο της Παρασκευής από την Κυρία Του Καλού Κόσμου. Μεταξύ άλλων η Κυρία ανέτρεξε στην ιστορία της αδελφής της και γεμάτη έκπληξη είπε στην κυρία μου πόση εντύπωση της έκανε όλη αυτή η φασαρία και οι απανωτές διακοπές που συνάντησε στο γραφείο της. "Μα να μη μπορείς να μιλήσεις ήσυχα μισή ώρα?", απόρησε. Αυτό ήθελε και η Τσιριμπόμ. Να καταλάβει ότι άλλος ο κόσμος ο δικός της και άλλος του εργαστηρίου. Να καταλάβει ότι η ασφάλεια των σωληναρίων δεν έχει καμία σχέση με το εδώ και τώρα της καθημερινότητας της δικής της, όπου όλοι θέλουν μια απάντηση και μια λύση. Αυτή άλλωστε είναι η πλειοψηφία του κόσμου : αγενείς και άξεστοι. Τα ραφιναρισμένα προάστεια τα δικά της είναι μακριά. Όταν τη ρώτησε με τη σειρά της τι κάνει η αδελφή της, γεμάτη έκπληξη τη ρώτησε : "Τι? Δε σε πήρε τηλέφωνο να σε ενημερώσει? Απορώ! Θα τη μαλώσω!". Και συνέχισε λέγοντας πόσο υποχρεωμένη ήταν για τη λύση, πόσο καλά τη συμβούλεψε η κυρία μου και πως από δω και πέρα δε θα εμπιστεύεται κανέναν άλλον. "Να μου λείπει", σκέφτηκε με τρόμο η κυρία μου.
Το ηθικό δίδαγμα που βγαίνει από την ιστορία κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι το εξής. Οι Κυρίες Του Καλού Κόσμου είναι χειρότερες από τον μέσο Έλληνα. Φρόντισαν να κάνουν τη δουλειά τους εύκολα και γρήγορα χωρίς καν να ενημερώσουν για την εξέλιξη και να πουν ένα ευχαριστώ. Τουλάχιστον ο μέσος Έλληνας μάζεψε και μια τσάντα χόρτα για το ευχαριστώ. Η Κυρία Του Καλού Κόσμου πέρασε από τα αφορολόγητα του αεροδρομίου, για ταξίδι με προγραμματισμένο ραντεβού και δε χαλάλισε ούτε 30 ευρώ για μια κολώνια!
Δε θέλουμε εμείς κολώνιες! Την ησυχία μας θέλουμε και το μυαλό μας με όσο λιγότερες σκέψεις γίνεται. Γίνεται?       

9/3/10

Η ΟΜΙΛΙΑ

Εμπόλεμη κατάσταση επικρατεί στο σπίτι μας. Ανέτρεξα στο πατρογονικό σεντούκι και έβγαλα το κράνος, την πανοπλία και την ασπίδα του παππού μου. Ο κύριος μου έβγαλε τα δικά του εδώ και μια βδομάδα, ζώστηκε και αποκρούει. Τα μικρά αφεντικά μου ευτυχώς λείπουν. Τα τυχερά! Το ένα είναι στις σπουδές του και το άλλο, γλεντζές μέχρι το κόκκαλο, είναι με το σχολείο του σε εκπαιδευτικό – λέμε τώρα – ταξίδι στη Βαρκελώνη. Αλλοίμονο σε μας που μείναμε εδώ.
Που μείναμε εδώ και υφιστάμεθα την κυρία Τσιριμπόμ. Άγιοι θα γίνουμε! Έχει λύσει το ζωνάρι της και περιφέρεται μέσα στο σπίτι αλλά και στη δουλειά της… γεμάτη διάθεση για καυγάδες. Ούτε μύγα στο σπαθί της! Κόλαση σας λέω… κόλαση….
Όλα αυτά βέβαια επειδή πλησιάζει η (καταραμένη) ώρα αυτής της (σκατο)ομιλίας της. Μέχρι δηλαδή την άλλη Δευτέρα εμείς πρέπει να μετακομίσουμε σε άλλο μέρος, σε άλλη πόλη, σε άλλη ήπειρο. Δεν αντέχεται! Εμ της τη φόρτωσαν την ομιλία και ντράπηκε να αρνηθεί, εμ άφησε τον καιρό να περάσει χαζεύοντας και κάνοντας τις αιώνιες αρνήσεις της, εμ τώρα τρέχει αλαφιασμένη να βρει ιο χοίρων να κολλήσει τη γρίπη για να μην πάει να μιλήσει….
Αναπολώ τι γινόταν παλιότερα και δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο... Όπου γάμος και χαρά η Μαγδάλω πρώτη. Να οι ομιλίες, τα μαθήματα, οι παρουσιάσεις… Αλλά τώρα που γέρασε και αναθεώρησε τα πάντα και ανακάλυψε τη ματαιότητα όλων, αποφάσισε ότι οι ομιλίες την αγχώνουν και δεν έχουν καμία χρησιμότητα. Το ωραίο είναι ότι οι νεώτεροι συνάδελφοι έμαθαν για την ομιλία της και ξέροντας από παλιότερους πόσο καλή ομιλήτρια είναι της είπαν ότι αδημονούν να την ακούσουν… Τι γέλια έκανα! Η κυρία μου πήγε άρον άρον στην τουαλέτα του Διευθυντικού Στελέχους να κάνει εμετό από το άγχος. Βγήκε γκρίζα σαν ποντίκι ψελλίζοντας "είναι η τελευταία φορά που περνάω κάτι τέτοιο". Ας μη λέμε όμως ποτέ "ποτέ".
Σε όλη αυτή την ιστορία έχει και μια ανάμειξη ο Αναξίμανδρος, ο συνάδελφος της, ο οποίος δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Ένα κομμάτι του φορτώματος της ομιλίας ανήκει και σε αυτόν. Βρέθηκαν σήμερα το μεσημέρι για να ελέγξουν τις διαφάνειες και μόνο που δε σκοτώθηκαν. Ο μεν τις κοίταζε (τις διαφάνειες στον υπολογιστή) με μισό μάτι και σχολίαζε, η δε, ξετύλιγε και τακτοποιούσε το ζωνάρι της μέχρι πέρα το διάδρομο και τις σκάλες. Ο καυγάς κρεμόταν από πάνω τους 2 ώρες και κάτι. Εγώ έφυγα για να μη με πάρει η μπόρα.
Μέσα σε όλα αυτά με την ομιλία, είχε και την πολλή δουλειά. Χρόνια κατάσταση αυτό πια. Ειδικά χτες κόντεψε να τα βροντήξει ψυχολογικώς. Πολλά προβλήματα, αποφάσεις που κάποιος έπρεπε να πάρει, πράγματα που έπρεπε να γίνουν, ξέρετε τώρα. Οι μισοί από τους συναδέλφους ήταν ξενύχτηδες άρα κουρασμένοι. Οι υπόλοιποι έδιναν ένα χέρι βοηθείας σε όλες τις υποθέσεις. Δυστυχώς, μια εκ των υποθέσεων αφορούσε έναν χρήστη ουσιών. Ας μην αναφέρω άλλες λεπτομέρειες γιατί δεν τις μπορώ ούτε εγώ. Ένα μόνο θα πω. Η κυρία μου έχει ένα ίρτζι. Ένα σημαντικό ίρτζι όμως. Όλα τα υπόλοιπα ίρτζι κάπως βολεύονται και μειώνεται η σημασία τους και ο αντίκτυπος τους. Αυτό όμως το σημαντικό δεν μπορεί να το κουλαντρίσει εύκολα. Το ίρτζι της είναι ότι δεν μπορεί τους χρήστες. Χα χα, θα πείτε. Ας μπει κι αυτή στη λίστα. Ποιος τους μπορεί? Κανένας. Είτε στρέφονται τα πρόσωπα, είτε εκτοξεύονται βρισιές, είτε κουνιούνται κεφάλια, είτε ακούγονται σχόλια για το πού οδεύει η κοινωνία, οι αντιδράσεις είναι πανομοιότυπες. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται είναι όλες μία και μία, πχ. καμένα χαρτιά. Το να σε ακουμπήσουν είναι ένα είδος επαφής με χολέρα και το να επιτρέψεις να σου μιλήσουν συνώνυμο με την άτυχη στιγμή της μέρας. Γνωστές καταστάσεις, λίγο πολύ οικείες για όλους. Η κυρία μου όμως έχει αυτό το ίρτζι που δεν τους μπορεί, διαφορετικά από τον υπόλοιπο κόσμο. Εκεί που άλλοι απαξιούν, εκείνη βιώνει μια πολύ μεγάλη στεναχώρια. Βιώνει ένα συναίσθημα σα να έχει ένα μαχαίρι στα σωθικά της και το στρίβει. Πονάει όταν τους βλέπει. Όχι απλά πονάει. Πώς να το πω? Καταρρέει. Δεν μπορεί να ελέγξει αυτό το συναίσθημα όσο κι αν προσπαθεί. Ακούει βερεσέ τα περί κοινωνίας, αδύνατων χαρακτήρων, προβληματικής οικογένειας, ότι είναι άξιοι της τύχης τους… Αδυνατεί να απομονώσει τα γεγονότα, να προχωρήσει και να προσπεράσει.
Όταν έβλεπε και βλέπει χρήστες να ζητιανεύουν στον ηλεκτρικό η μέρα της καταστρεφόταν και καταστρέφεται. Μερικές φορές κάνει άρνηση ότι τους είδε. Χώνει τη μύτη της στο βιβλίο της και πείθει τον εαυτό της ότι δεν είδε κανέναν. Άρνηση εδώ άρνηση εκεί, κάπως πορευόμαστε. Αλλά ακόμα και οι αρνήσεις είναι σαν τις ηλιαχτίδες : τρυπώνουν μέσα από τις γρίλιες και λούζουν ένα σκοτεινό δωμάτιο ξαφνικά και απροετοίμαστα. Δεν έχει τύψεις που αισθάνεται έτσι. Και που όταν το ομολογεί την κοροϊδεύουν και απορούν απαξάπαντες. Ευτυχώς έχει αποστασιοποιηθεί από τις κρίσεις και τις επικρίσεις των άλλων. Ούτως ή άλλως πάντοτε ήταν περήφανη για το το ότι είχε αισθήματα σε ένα κόσμο αναίσθητων.  Και διπλά περήφανη που κατάφερε και διατήρησε την ευαισθησία της μετά από τόσα χρόνια τέτοιας δουλειάς. Τι σημαίνει "κακώς νοιώθεις έτσι". Αφού έτσι νοιώθει? Τι να κάνουμε?
Μακρυγόρησα ως συνήθως. Ο χρήστης αποτελούσε ένα πρόβλημα για όλους τη χτεσινή μέρα. Ο σχεδιασμός των ενεργειών για την υπόθεση του έγινε από κοινού αλλά η κυρία μου κατά τη διάρκεια της κουβέντας διευκρίνισε σε όλους ότι δεν άντεχε ούτε να τον δει. Εξάλλου όταν πήγε το πρωί στη δουλειά της και την ενημέρωσαν για τον χρήστη και το πρόβλημα του άρχισε να στριφογυρίζει και να μονολογεί "δε μπορώ να το διαχειριστώ αυτό, δε μπορώ να το διαχειριστώ αυτό". Όλη μέρα ψέλλιζε και όσοι ήξεραν το ίρτζι της κουνούσαν συγκαταβατικά το κεφάλι τους. Όσοι πάλι δεν ήξεραν ρωτούσαν αθώα "μα γιατί? τι σε πειράζει?".  Η μέρα κύλισε κακήν κακώς και στις 4 το μεσημέρι, όταν όλοι είχαν φύγει, το πρόβλημα του χρήστη είχε μείνει άλυτο. Η κυρία μου που είχε ξεμείνει ως συνήθως, αναγκάστηκε τελικά να ασχοληθεί μαζί του. Πώς τα φέρνει έτσι η τύχη? Ευτυχώς που είχε μαζί της και τον Ηλία και τη βοήθησε. Όχι μόνο τον αντίκρυσε, ένα 26χρονο αποστεωμένο παιδί, βρώμικο και ελεεινό, αλλά του μίλησε και άλλα πολλά στα πλαίσια της δουλειάς της. Σε κάποια στιγμή, όταν το μαχαίρι ήταν τόσο βαθειά στο στομάχι της που της κόπηκε η ανάσα, άφησε ένα βούρκωμα στα μάτια να παρασύρει αυτόν τον πόνο που ένοιωθε, αυτόν τον παράλογο πόνο και να τον διώξει σα νερό που κυλάει...
Δύσκολη μέρα η χτεσινή, δύσκολη η σημερινή και δύσκολες όλες μέχρι την ομιλία. Γενική απορρύθμιση παρατηρείται... Ευτυχώς που είμαι καναρίνι με νοοτροπία Σκάρλετ Ο΄Χάρα, δηλαδή όπως θα έλεγε και η γιαγιά Σοφία, φαρδόψυχο : αύριο είναι μια άλλη μέρα και η επόμενη βδομάδα είναι μια άλλη βδομάδα....