22/8/09

ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΠΡΟΒΟΛΕΑ

Εκεί πρόλαβα να σκαρφαλώσω την τελευταία στιγμή και να μεταμφιεστώ όπως όπως σε κουκίδα σκόνης. Μήπως ήξερα από αυτά? Πρώτη φορά μου συνέβαινε. Έβλεπα από κάτω την κυρία μου ξαπλωμένη στο χειρουργικό τραπέζι να κοιμάται μακάρια και δεν ήξερα τι να σκεφτώ… Πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα από τη μια στιγμή στην άλλη? Από τότε άρχισε η πτερόρροια μου και σταμάτησα το τραγούδι.
Επιστρέψαμε την προπαραμονή της Παναγίας γιατί η κυρία μου δούλευε όλο το εορταστικό τριήμερο. Ανοίξαμε το σπίτι, επέστρεψα στη γνώριμη μου θέση στο μπαλκόνι, ποτίστηκαν τα λουλούδια μας. Την Παρασκευή η κυρία μου δούλευε όλη τη μέρα, διανυκτέρευσε στην υπηρεσία της και συνέχισε μέχρι το Σάββατο το μεσημέρι να είναι απασχολημένη. Είναι οι υποχρεωτικές υπερωρίες της. Πράγματα οικεία για την οικογένεια. Ο κύριος μου βρήκε την ευκαιρία να αφιερωθεί λίγο στη μαμά του που λόγω διακοπών είχε καιρό να τη δει (και να τον θηλάσει). Το μεσημέρι της γιορτής φάγανε όλοι μαζί, μια και η γιαγιά ήταν εορτάζουσα και λόγω της ημέρας την κέρασαν μια (φανερή) πάστα την οποία καταβρόχθισε σε 9 δευτερόλεπτα. Ακόμα και κάποια κόπωση της κυρίας μου να υπέβοσκε στην ατμόσφαιρα του τριημέρου, αποδόθηκε στη σωματική κόπωση των υπερωριών. Τη Δευτέρα έφυγαν για τις δουλειές τους. Τελευταία στιγμή βαρέθηκα να μείνω μόνο μου σε ένα άδειο σπίτι και καρφιτσώθηκα στο πορτοκαλί μπλουζάκι της κυρίας μου. Έφτασε πρώτη στο γραφείο και ανταμώθηκε με τη Σοφία η οποία της παρέδωσε κάποια θέματα που έπρεπε να γνωρίζει και έφυγε για το δικό της γραφείο. Η Σοφία ήταν εκείνη που πρόσεξε ότι κρατούσε την κοιλιά της και ήταν ελαφρώς γερμένη. Η κυρία μου την καθησύχασε ότι την πονούσε λίγο η κοιλιά της αλλά θα της περνούσε. Στο νου της είχε τα χτεσινοβραδινά ποπ κορν που έφαγε στο θερινό σινεμά της γειτονιάς μας παρακολουθώντας με τον κύριο μου την ανεκδιήγητη πατάτα της Λίας Παρδάλος με θέμα ένα γάμο. Η φρίκη στο πανί!
Σε λίγο ήρθαν και οι άλλοι συνάδελφοι και η μέρα μπήκε στη ρουτίνα της. Εγώ πετάριζα από τραπέζι σε ράφι και από γλάστρα σε γλάστρα από αυτές που έχουν άφθονες στα πρεβάζια των παραθύρων τους. Η κυρία μου όμως δεν πετάριζε καθόλου. Το χρώμα της άλλαξε, ο πόνος δυνάμωσε, η λέξη «γαστρεντερίτιδα» επλανάτο από στόμα σε στόμα αλλά η οντότης τής συνυφασμένης με αυτήν διάρροιας δεν έλεγε να ξεμυτίσει. Χαριτολογώντας στους συναδέλφους (ακόμα και στις πιο ακατάλληλες ώρες δε χάνει το χιούμορ της) έλεγε ότι πονάει και είναι ύποπτο το ότι αρχίζει να βλέπει τη ζωή της να περνάει μπροστά στα μάτια της σε αργούς βέβαια ρυθμούς, έβλεπε την εφηβεία της. Κατά το μεσημέρι αποφάσισε επιτέλους να πάει σπίτι να ξαπλώσει. Τον κύριο μου δεν τον θορύβησε γιατί ήξερε ότι είχε δουλειά. Του είπε απλώς ότι τελείωσε νωρίτερα και θα έφευγε.

Έφτασε σπίτι κακήν κακώς. Μέχρι και εγώ άρχισα να φοβάμαι. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και έκανε ανασκόπηση της κατάστασης της. Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια? Σκεφτόταν τα ΥΠΕΡ : Πονούσε στην κοιλιά της δεξιά χαμηλά, ήθελε εμετό και ένιωθε πολύ άρρωστη. Σκεφτόταν τα ΚΑΤΑ : Δεν είχε πυρετό, η κοιλιά της ήταν μαλακή και δεν ήταν παιδί. Στη ζωή όμως και στην ιατρική δεν υπάρχει τίποτε απόλυτο και δεδομένο. Έτσι, σύντομα αποφάσισε ότι είχε οξεία σκωληκοειδίτιδα και πήρε τον κύριο μου για να τον ενημερώσει έτσι ώστε άμα γύριζε σπίτι και την έβρισκε σέκο να ήξερε τι είχε μεσολαβήσει. Εκείνος της είπε ότι θα ερχόταν αμέσως μόλις τελείωνε. Έμεινε στο κρεβάτι να αναπολεί τη ζωή της σκεπτόμενη αποφθέγματα του τύπου «τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του», «από δω παν κι άλλοι» κλπ, κλπ. και συνθέτοντας νοερές διαθήκες. Είχε το κουβαδάκι εμέτων δίπλα της, τα μάτια κλειστά κι εμένα να τρέμω το μέλλον. Σε λίγο σηκώθηκε και με κόπο ετοίμασε μια τσαντούλα νοσηλείας με τα απαραίτητα ρούχα και αξεσουάρ. Ήταν πλέον πεπεισμένη ότι δε θα γύριζε σύντομα σπίτι.

Αφού ήρθε ο κύριος μου και έγιναν οι απαραίτητες διαβουλεύσεις μεταξύ τους, την πήγε στο πρώτο νοσοκομείο, ένα δημόσιο νοσοκομείο ενηλίκων που εφημέρευε. Η εικόνα έμοιαζε πραγματικά με σκωληκοειδίτιδα σε αυτή την προχωρημένη ηλικία! Ο κύριος μου όμως αποφάσισε να πάρει τη γνώμη των ειδικών, διότι πάντα στη ζωή του θεωρεί ότι ένα χειρουργείο πρέπει να αποφεύγεται εκτός και αν κρίνεται απολύτως αναγκαίο. Κουιζ! Ποιος λέτε να θεωρείται ειδικός στο συγκεκριμένο θέμα? Μα, το νοσοκομείο Παίδων φυσικά! Την πήγε στο Παίδων, λοιπόν! Σταθείτε όμως. Ήταν εύκολο για αυτόν γιατί εκεί δουλεύει χρόνια τώρα. Μπήκαν στο χειρουργείο και αμέσως περιβλήθηκε η κυρία μου από γνώριμα πρόσωπα, αγάπη, ενδιαφέρον, πράσινα ρούχα και πολύχρωμα αστεία καπελάκια που φοράνε όλοι εκεί μέσα για να μην τρομάζουν τα παιδιά. Σε λίγο κατέφθασε και ο χειρουργός Παπ – λάπ, ο οποίος είχε φύγει πριν από λίγο, δεν εφημέρευε αλλά ξαναγύρισε χάριν ημών. Για να δείτε τι αφεντικά έχω! Η διάγνωση τέθηκε με βεβαιότητα, η διοίκηση του νοσοκομείου έκανε μια εξαίρεση από αυτές που κάνει σε σπάνιες περιστάσεις και η κυρία μου, πανήσυχη, πήρε το δρόμο του χειρουργείου.

Ξάπλωσε στο τραπέζι με εκείνη την αίσθηση της ησυχίας (ήταν βράδυ και οι χώροι ήταν πολύ ήσυχοι σε σχέση με την πρωινή βαβούρα και το συνεχές μπες βγες των πολλών χειρουργείων), πλαισιωμένη από γνώριμα και γελαστά πρόσωπα που την πείραζαν για το νεαρόν της παθήσεως. Ήταν επίσης βέβαιη για την αίσια έκβαση γιατί ήταν σε καλά χέρια και όλα θα πήγαιναν καλά. Το αναισθησιολογικό μηχάνημα ήταν πίσω της έτοιμο, οι σύριγγες με τα φάρμακα παραταγμένες σε σειρά, όλοι φορούσαν μάσκες και ο κύριος μου γεμάτος έννοια της είπε «Μην κοιτάς. Δεν κοιμάσαι ακόμα». Με αυτά τα συναισθήματα και τις σκέψεις κοιμήθηκε εστιάζοντας σε ένα Σνούπυ που τη χαιρετούσε πάνω από το ροζ καπελάκι της Ρένας. Έτσι έμεινα κι εγώ να αγωνιώ πάνω στο χειρουργικό προβολέα. Ο Μανώλης είχε τη φωτογραφική μηχανή του Παπ – λάπ και απαθανάτιζε την ευμεγέθη σκωληκοειδή απόφυση της κυρίας μου μαζί με μία μικρή μεζούρα για να δείχνουν μετά περήφανοι τι έβγαλαν. Μεζούρα επίσης έβαλαν για τη φωτογραφία της τομής – κουμπότρυπας ευρεσιτεχνίας του Παπ- λάπ 2.8 εκατοστών! Η κυρία μου κοιμόταν και εκεί γινόταν πανηγύρι, όπως καταλαβαίνετε! Την ίδια στιγμή στη διπλανή αίθουσα έκανε την ίδια επέμβαση ο δεκάχρονος Βαγγέλης από την Εύβοια. Όταν η κυρία μου συνήλθε και την πήγαν στο δωμάτιο με τα δύο κρεβάτια και τις κουρτίνες με τα αρκουδάκια ανακάλυψε τον Βαγγέλη να προσπαθεί να συνέλθει και αυτός από τη νάρκωση. Νοσηλεύτηκαν μαζί στο θάλαμο, ο Βαγγέλης με τη μαμά του να τον φροντίζει και η σιτεμένη κυρία μου με τον κύριο μου να τη ζαλίζει. Το σκορ έληξε 7 – 0 υπέρ του Βαγγέλη που πήρε εξιτήριο πρώτος διότι είχε μια άριστη μετεγχειρητική πορεία λόγω του νεαρού της ηλικίας ενώ η κυρία μου ταλαιπωρήθηκε με ένα σωρό μικροπροβλήματα καθότι αρχαίος οργανισμός. Αλλά δεν έβγαλε κιχ. Η ηλικία της είναι από αυτές που εποφθαλμιούν άλλες πολύ σοβαρότερες αρρώστιες και ήταν ευγνώμων στην τύχη που της όρισε μια παιδική! Όλα τα υπόλοιπα ήταν μικρές λεπτομέρειες.
Όταν συνήλθε κάπως και ήταν σε θέση, έβγαλε το βιβλίο της και διάβαζε στα μεσοδιαστήματα των πολλών επισκέψεων που είχε. Κόσμος έμπαινε και έβγαινε για ένα «γεια» και να τη ρωτήσει μήπως ήθελε τίποτε. Οι περισσότεροι τη γνώριζαν ως σύζυγο του κυρίου μου και έρχονταν γελώντας στο θάλαμο, λέγοντας αστεία για το παράδοξο της επέμβασης και της νοσηλείας στο νοσοκομείο τους. Μας έλειψαν οι στιγμές της μοναξιάς και όλο αυτό το πηγαινέλα μας κούρασε πολύ. Ξέρεις τι είναι να έχεις τους πόνους σου, τους ορούς σου, μια μόνιμη ναυτία για την οποία αποδείχτηκε ότι έφταιγε ένα αντιβιοτικό, τον πονοκέφαλο σου από ένα αφυπνισθέν αυχενικό σύνδρομο, την έννοια σου να κουνηθούν τα άντερά σου, και να είσαι απίκο με το χαμόγελο να απαντάς, να συζητάς, να ενδιαφέρεσαι, να ρωτάς με τη σειρά σου για παιδιά και οικογένειες? Ας είναι, πέρασε. Στις απογευματινές βόλτες, από απόμερους διαδρόμους για να μην προκαλούμε έκπληξη στους γονείς των νοσηλευόμενων παιδιών, βλέπαμε ένα χαρωπό νοσοκομείο, γεμάτο χρώματα, κουρτίνες με παιδικά σχέδια και πολύχρωμα πλακάκια. Δωμάτια με κουνάκια που είχαν μωρά και μαμάδες εξουθενωμένες σε καρέκλες και πολυθρόνες. Δύσκολο να βλέπεις ένα παιδικό χεράκι με ορό. Τουλάχιστον εκεί που ήμαστε εμείς τα περιστατικά στην πλειοψηφία τους είχαν αίσια έκβαση. Τι να γίνεται στους ψηλούς ορόφους με τα ογκολογικά περιστατικά? Πόσο ενάντια στη φύση είναι ένα φαλακρό παιδί…
Γύρισα κουρασμένο και διαφορετικό από όλη αυτή την περιπέτεια που πέρασα μαζί με την κυρία μου. Γι αυτό άρχισα να χάνω τα πούπουλα μου και δεν έχω διάθεση για τραγούδια και χορούς. Εκτίμησα όμως για ακόμα μια φορά, τη μεγάλη ευτυχία τού να είσαι γερός. Πραγματικά ανεκτίμητο. Όλα τα άλλα είναι ασήμαντες λεπτομέρειες, πιστέψτε με και μην το ξεχνάτε ποτέ.

22/7/09

ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΚΤΕΛ

Οι διακοπές της κυρίας μου άρχισαν την Παρασκευή το μεσημέρι. Μετά από πολλά χρόνια, κατόρθωσε να πάρει φέτος 3 ολόκληρες βδομάδες άδεια. Πρώτη χρονιά που δε θα δουλεύει στη γιορτή της και τα γενέθλια της που πέφτουν με μια μέρα διαφορά. Άφησε ένα κατεβατό εκκρεμότητες στο πίσω φύλλο της ντουλάπας του γραφείου της και έφυγε με ελαφριά καρδιά. Ο φετινός προορισμός διακοπών θα ήταν το χωριό της Επαύλεως. Δει δη χρημάτων, ω άνδρες Αθηναίοι! Θα πήγαινε πρώτη εκεί και θα ακολουθούσα εγώ με τον κύριο μου σε μια βδομάδα. Τα μικρά μου αφεντικά ήταν ήδη εκεί μαζί με ένα τρίτο αγοράκι φίλο του κανονικού μου αφεντικού. Η γιαγιά Σοφία δηλαδή είχε τρία αγοράκια να φροντίζει και να προσπαθεί να βάλει σε τάξη. Οι τόμοι Συμβουλών, Νουθετήσεων και τα προγράμματα Ύπνου στην ώρα μας και Υγιεινής Διατροφής έδιναν και έπαιρναν.
Η κυρία μου πριν φύγει δεξιώθηκε στο σπίτι το πεθερικό της, το οποίο κατέπλευσε το Σάββατο, για να ξεκουραστεί λίγο η νταντά της. Είναι αλήθεια ότι το να ζεις με το πεθερικό είναι όνειδος. Παρότι τα αφεντικά μου φροντίζουν εντατικά τη νταντά για να μπορεί να υποφέρει το πεθερικό, τη βρήκαν ένα μεσημέρι με το ξυράφι στο χέρι έτοιμη να κόψει τις φλέβες του αριστερού της καρπού! Το πεθερικό όταν ερωτήθη εξαπέλυσε μύδρους εναντίον της αχαριστίας και της αγνωμοσύνης της νταντάς που αντί να πει «ευχαριστώ» που έχει μια δουλειά προβάλει και αξιώσεις. Εκρηκτική κατάσταση! Η νταντά είπε κάτι στη γλώσσα της που φαντάστηκα ότι ισοδυναμούσε με τη φράση «καλύτερα να σπάω πέτρες σε ένα νταμάρι ντάλα μεσημέρι παρά εδώ με σένα….(ακολουθούν διάφορα σύνθετα επίθετα με ένα συνθετικό το γριά )». Για να εκτονωθεί προσωρινά το κλίμα ήρθε σπίτι μας για λίγο.
Το πεθερικό, τρισευτυχισμένο, στρογγυλοκάθισε στην αγαπημένη του θέση στο σαλόνι και ασχολήθηκε με το θηλασμό του κυρίου μου όλο το Σαββατοκύριακο. Έπλεξε χιλιάδες σενάρια με το μυαλό του, ενημερώθηκε για τις κινήσεις όλης της γειτονιάς και παράλληλα καταβρόχθισε ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε στα ψυγεία παρότι ηρνείτο σταθερά ότι πεινούσε. Την Κυριακή το μεσημέρι επεστράφη σπίτι της. Καλό το διάλειμμα αλλά τελείωσε. Στο δρόμο τους μάνα και γιός, ξετσουβάλιασαν και την κυρία μου στα ΚΤΕΛ για να πάει στη μαμά της, στο χωριό Κουκουβάτα, εκεί που εξελίσσεται η Έπαυλη. Την πήγαν μία ώρα και ένα τέταρτο πριν την αναχώρηση. Έμεινε μόνη της σε ένα κάθισμα να χαζεύει τον κόσμο. Εγώ, είχα αφήσει ένα αντίγραφο μου να κελαηδάει στο σπίτι και είχα εγκατασταθεί σε μια ευφάνταστη καρφίτσα στο κορσάζ της άσπρης μπλούζας της. Πριν φύγει από το σπίτι, συνειδητοποίησε ότι ξέχασε το ρολόι της στην εταζέρα του μπάνιου αλλά βαρέθηκε να γυρίσει να το πάρει. Εκεί που περίμενε, πέρασε ένας Κινέζος Πωλητής Πραγμάτων. Με την ευκαιρία αυτή και τα σχετικά παζάρια αποκτήσαμε ένα ωραιότατο ρολόι χειρός μάρκας YaWeiSi, προς 5 ολόκληρα ευρώ, με μεγάλους αριθμούς για να διαβάζονται εύκολα.
Κόσμος πήγαινε και ερχόταν στο ΚΤΕΛ. Λεωφορεία έρχονταν και έφευγαν συνεχώς. Οι άνθρωποι κατέβαιναν φορτωμένοι και τραβούσαν για τη στάση του λεωφορείου που θα τους πήγαινε στο κέντρο της Αθήνας ή στο αεροδρόμιο. Μια άλλη ουρά σχηματιζόταν για τα ταξί. Οι ταξιτζήδες με αδηφάγα βλέμματα σκάναραν τους επιβάτες και ξεδίπλωναν το ταλέντο τους να φορτώσουν δύο ζεύγη επιβατών για παραπλήσιες διαδρομές. Γιατί να μην το κάνουν? Μήπως υπήρχε κανένας έλεγχος για το τι κάνουν και τι δεν κάνουν στο σταθμό των ΚΤΕΛ? Εξάλλου εκείνο που προέχει είναι η εξυπηρέτηση του κόσμου. Υπήρχε και μια άλλη χαριτωμένη ομάδα επιβατών που αναγνωριζόταν εύκολα από το έντρομο βλέμμα τους. Ήταν όσοι κατέβαιναν από το πούλμαν και έψαχναν εναγωνίως τις τουαλέτες. Συνήθως ήταν παππούδες και γιαγιάδες αλλά προσέξαμε και κάποιους μεσήλικες που τους καλούσε επειγόντως και αυτούς η κύστη τους.
Η θέση μας στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ ήταν εξαιρετική. Νούμερο 4, δηλαδή μπροστά και παράθυρο! Μεγάλη τύχη! Από το τεράστιο παρμπρίζ αγναντεύαμε απερίσπαστοι το δρόμο. Επιπλέον, κανένας δίπλα μας! Ο οδηγός ήταν ένας μεσήλικας κοντρόχοντρος που πρέπει να τελείωσε με το ζόρι το δημοτικό. Είχε μια παθολογική αγάπη για την κόρνα του πούλμαν την οποία χρησιμοποιούσε σε κάθε φανάρι, μέχρι να βγούμε έξω από την πόλη, στα δύο πρώτα δευτερόλεπτα της αλλαγής σε πράσινο. Ο φουκαράς νέος οδηγός που ήταν μπροστά μας τρόμαξε τόσο πολύ από την εκκωφαντική κόρνα που άκουσε, για να ξεκινήσει σχεδόν προτού καλά καλά ανοίξει το φανάρι, που του έσβησε η μηχανή και ο οδηγός μας φρύαξε! Έπεσε πάνω στην κόρνα και δημιούργησε πανδαιμόνιο λες και η ταχεία εκκίνηση μας είχε να κάνει με αγώνα δρόμου για να ξεφύγουμε το θάνατο.
Το ταξίδι ήταν παρόλα αυτά βασιλικό! Τρία πράγματα μόνο χάλασαν το σκηνικό. Ο οδηγός κάπνιζε. Κάπνισε συνολικά 7 τσιγάρα, των οποίων ο καπνός ωθείτο από το air condition επάνω στη μούρη μας. Τα φτερά μου και τα μαλλιά της κυρίας μου σκυλοβρωμούσαν τσιγαρίλα όταν φτάσαμε. Τόλμησε κανείς να του πει τίποτε? Όχι βέβαια! Ποιοι νόμοι και πράσινα άλογα! Ο οδηγός είναι ο μικρός δικτάτωρ του ταξιδιού! Άμα τολμάς κάνε του την παρατήρηση! Το δεύτερο ήταν το ραδιόφωνο. Ακούσαμε ό,τι σκυλοτράγουδο δεν είχαμε ακούσει σε όλη μας τη ζωή! Άγνωστα ψάρια άδοντα ηλίθιους στίχους ντυμένους με σκυλομπουζουκολαϊκοτσιφτετέλια. Μία φρίκη. Στην αρχή το είδα ως μια άλλη όψη της μουσικής και των συνθέσεων, από τις οποίες αποφάσισα να ωφεληθώ. Σύντομα όμως άρχισα να παθαίνω ξεπουπουλίαση, εκείνη τη νόσο που τα αρνητικά ερεθίσματα επιδρούν στα πούπουλά μου και μαδάω. Το τρίτο είχε να κάνει με το κινητό, το οποίο χτύπησε και απαντήθηκε 3 φορές, ενώ το δεξί χέρι γύριζε μόνο του εκείνο το τεράστιο τιμόνι στις απότομες και ανηφορικές στροφές του δρόμου!
Το λεωφορείο έκανε μια στάση σε ένα άθλιο μέρος στο οποίο ποτέ δε θα σταματούσε κάποιος αν δεν ήταν λεωφορείο του ΚΤΕΛ. Το μέρος αυτό ήταν κατασκευασμένο για Ουρητήριο Επιβατών Λεωφορείων και μόνο. Παρεμπιπτόντως είχε και ένα κατασκευαστήριο καφέδων μαζί με κάτι ψωραλέα μισοάδεια ράφια με φαγώσιμα. Η ουσιαστική παροχή ήταν οι τουαλέτες που υπήρχαν στο ισόγειο αλλά και στο πατάρι στο οποίο σκαρφάλωνες με μια στριφογυριστή μεταλλική σκάλα, εφόσον ήσουν μεταξύ των δεκαετιών 12 έως 32. Οι λοιποί κινδύνευαν να επαληθεύσουν το πρώτο σκέλος της γνωστής παροιμίας «ο γέρος θα πάει ή από πέσιμο ή από ….».Στο σημείο αυτό τελείωσε πρακτικά και το ταξίδι μας. Όταν επιβιβαστήκαμε στο πούλμαν, μετά από αυτή τη χαριτωμένη στάση, τη θέση δίπλα μας κατέλαβε μια τροφαντή γιαγιά, η οποία ζαλιζόταν (ισόβιο επιχείρημα για όσους θέλουν να καθίσουν στις βασιλικές θέσεις). Ήταν γεμάτη άγχος για το ταξίδι, γιατί έκατσε σε ορθή γωνία, χωρίς να ακουμπήσει την πλάτη της στο κάθισμα και έμεινε γαντζωμένη στις χειρολαβές μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας. Το δεξί της μπούτι είχε καβαλήσει το αριστερό μπούτι της κυρίας μου και η τσάντα της που ήταν περασμένη στον δεξί της καρπό αναπαυόταν στο αριστερό γόνατο της κυρίας μου. Καταθέσαμε τα όπλα. Εγώ, ως καρφίτσα, το έριξα στον ύπνο, η δε κυρία μου προσποιήθηκε ότι το έριξε στον ύπνο γιατί τρόμαξε με την εφιαλτική πιθανότητα : να της πιάσει η γιαγιά κουβέντα.

20/7/09

ΦΥΓΑΜΕ!!!!!!

Φύγαμε! Κατεβάσαμε τα ρολά και τρέχουμε στην παραλία. Τόσο καιρό περιμέναμε το καλοκαίρι! Ήρθε! Βουρ για κάστρα στην άμμο, παιχνίδι με τα κύματα, ουζάκια με μεζέ... Βουρ....

16/6/09

Η ΑΡΠΑΧΤΗ

Κι εγώ θα ήθελα να ζω μόνιμα στο Βερολίνο, στη Ρώμη, στη Βαρκελώνη, στο Λουγκάνο, στη Σεβίλλη, στο Παρίσι, στο Άμστερνταμ…. Πολύ θα μου άρεσε. Πάρα πολύ μάλιστα! Να έχω μια βιλάρα με κήπο, σε μια ωραία και σικ συνοικία, να πηγαίνω για ψώνια και να μη σκέφτομαι και τη δεκάρα, να βγαίνω τα βράδια, να απολαμβάνω πολιτισμό και ευγένεια…. Μακριά από τα ευτελή σκάνδαλα της Μαυριτανίας, μπλιάχ! Το απαίσιο κυκλοφοριακό, τις φωτιές από άκρη σε άκρη…. Και τόσα άλλα αναρίθμητα.
Θα ήθελα πολύ να τα κάνω αυτά! Και μόλις ο μάνατζερ μου κουνήσει το μαντήλι και τα οργανώσει όλα, να έρχομαι στους μαύρους, να τους τιμώ με την παρουσία μου, να δίνω και μερικές, γεμάτες συγκατάβαση, συνεντεύξεις για να προωθήσω αυτά για τα οποία ήρθα. Με ευχαρίστηση θα ανεχόμουνα όλα αυτά τα απεχθή. Είμαι στην πραγματικότητα τόσο μακριά από όλα αυτά! Αλλά τι να κάνω? Κάπως πρέπει να βγει το νοίκι για τη βίλα του Βερολίνου, Ρώμης, Βαρκελώνης κοκ. Βλέπετε τώρα με το ίντερνετ δεν αγοράζει ο κόσμος δίσκους και σιντί. Με ακούει να τραγουδάω δωρεάν!
Πώς θα επιβιώσω κι εγώ, μου λέτε? Είναι σκληρό να ζεις στα ξένα! Ξέρετε πόσο ακριβή είναι η ζωή? Αλλά από την άλλη, είμαι μια χαρά βολεμένος, -η εκεί με τη βιλάρα και τις παρέες μου. Δεν ήθελε πολλή φιλοσοφία. Οι μαύροι με λατρεύουν ακόμα. Πουλάω σε αρκετές ηλικίες. Χρόνια ολόκληρα! Εξέθρεψα γενιές και γενιές μαύρων εγώ που με βλέπετε. Με βλέπετε στις αφίσες των δρόμων αγνώριστο, -η από το πολύ ρετούς, το φώτοσοπ και τις επανορθώσεις. Χρόνος δεν πέρασε από πάνω μου! Είμαι ίδιος, -α απλώς μένω αλλού.
Είναι τακτοποιημένα όλα. Οργανωμένα στην εντέλεια. Τα εισιτήρια θα προπωληθούν. Είναι τιμή που θα έρθω να τραγουδήσω ακόμα ένα καλοκαίρι στη Μαυριτανία! Οι μαύροι θα έρθουν πάλι τρέχοντας, για να με ακούσουν συγκινημένοι να τραγουδάω κομμάτια της ζωής τους και της νιότης τους. Χμ! θα χώσω και κάτι κοντά στην πανσέληνο, που όλες οι ρομαντικές καρδιές λιώνουν. Να θυμηθώ να το πω στον μάνατζερ μου. Θα έχω επιτυχία. Και μετά από αυτά τα άκρως κοπιαστικά, θα ξαναγυρίσω στη βίλα μου στο Βερολίνο, Ρώμη, Βαρκελώνη, κοκ. Με γεμάτο το μπεζαχτά για να συνεχίσω την όμορφη ζωή μου, αποτραβηγμένος, -η από τα φώτα της μαυριτανικής δημοσιότητας. Τι? Πώς είπατε? Αρπαχτή? Αχ, με συγχωρείτε! Λείπω χρόνια από τη Μαυριτανία και για μερικές λέξεις έχω ξεχάσει τη σημασία τους!

12/6/09

Η ΡΙΖΑ

Είχε αποφασιστεί και είχε συμφωνηθεί από καιρό. Θα πήγαιναν οι 3 τους σε ένα κομμωτήριο για να κουρευτούν και να χτενιστούν. Ο κουρέας είχε διαπιστευτήρια ικανού κουρέα, το μέρος ήταν εύκολα προσβάσιμο μετά τη δουλειά τους, ήταν λογικού κόστους και τέλος τέλος είχε έρθει ο καιρός να κουρευτούν. Εννοείται ότι η κυρία μου δε θα πήγαινε ποτέ μόνη της εκεί. Είναι γνωστό τοις πάσι πλέον ότι οι νέες γνωριμίες δεν είναι το φόρτε της, το στομάχι της δένεται φιόγκος. Αλλά τα δύο κορίτσια στη δουλειά, από δω την είχαν από κει την είχαν, την έπεισαν να πάει μαζί τους.
Το κουρείο θα έπρεπε να έχει ανακαινιστεί από χρόνια. Το σαλόνι και οι καρέκλες ήταν Λουδοβίκου 16ου τουλάχιστον, με αρχαία ταπετσαρία και φθαρμένο χρυσό χρώμα. Υπήρχε ο κύριος κουρέας και η δεσποινίς χτενίστρια βοηθός του. Η κυρία μου παρέδωσε πρώτη στη βορά τα μαλλιά της. Ο κύριος ήτο ευγενικός, τη ρωτούσε και την ξαναρωτούσε τι επιθυμούσε να κάνει με τα μαλλιά της εισπράττοντας απανωτά γρυλίσματα μέχρι που απελπίστηκε και αποφάσισε να κάνει αυτά που πίστευε ο ίδιος. Η εξοικείωση αργούσε και δεν ήρθε ποτέ τελικά. Από κει που καθόταν, ενώ εκείνη ήλεγχε καχύποπτα τις κομμένες τούφες που όδευαν στο πάτωμα, εγώ θαύμαζα ένα πανέμορφο κλουβί, εξαιρετικά πολυτελές που φιλοξενούσε στο απέναντι μπαλκόνι ένα παπαγάλο. Ευτυχής που ζούσε σε μια τέτοια βίλα! Αυτά είναι κλουβιά, όχι το δικό μου! Ζήλεψα το ομολογώ! Να δω πότε θα φιλοτιμηθούν οι δικοί μου να αγοράσουν και σε μένα ένα τέτοιο!
Ο κύριος κάποτε τελείωσε και καταπιάστηκε με τις άλλες. Η κυρία μου παρεδόθη στα χέρια της βοηθού η οποία ίδρωνε και ξεΐδρωνε να φέρει σε λογαριασμό τόσα μαλλιά. Σταδιακά μετακόμισαν οι δύο κυρίες στο σαλονάκι του Λουδοβίκου και περίμεναν την τρίτη να τελειώσει. Σε μια μεγαλόπρεπη πολυθρόνα καθόταν από ώρα ένας κύριος και περίμενε τον κουρέα. Η κυρία μου και η δεσποινίς συνάδελφός της έπιασαν αμέσως την κουβέντα εις επήκοον του κυρίου. Έλεγαν πράγματα σχετικά με τη δουλειά τους, δεν πρόσεχα ακριβώς γιατί παρατηρούσα με φθόνο τον παπαγάλο του απέναντι μπαλκονιού.
Ο κύριος ξαφνικά παρενέβη στην κουβέντα με ύφος ειδήμονα και αναγκάστηκα να τον προσέξω από περιέργεια γιατί κάθε άλλο από εξασκών το ίδιο επάγγελμα με την κυρία μου και τη φίλη της φαινόταν. Ήτο μεσήλιξ, δηλαδή 55+, κοντός και γεμάτος. Δεν φορούσε κοστούμια και τέτοια αλλά είχε ένα χρυσό δαχτυλίδι στον παράμεσο του αριστερού χεριού του και ένα Bluetooth μηχανηματάκι σφηνωμένο στο αυτί του, παρόλο που ποτέ του δε χτύπησε. Επιβεβαίωσε το επάγγελμα των κυριών, την υπηρεσία που εργάζονταν και συνέχισε με ερωτήσεις για το διοικητικό καθεστώς της υπηρεσίας τους για το οποίο φαινόταν ότι γνώριζε αρκετές λεπτομέρειες. Η κυρία μου άρχισε να φρίσσει. Την ξέρω καλά και αντιλαμβάνομαι πότε δυσανασχετεί. Ο κύριος φλυαρούσε, τις ενημέρωνε για τα σχέδια του υπουργείου, δήλωσε ότι είναι Σύμβουλος του Υπουργού (!!) παρότι δεν αποκάλυψε το επίπεδο της μόρφωσης του, ότι προωθείται ο τάδε και ο δείνα νόμος κλπ. Το συννεφάκι πάνω από το κεφάλι της κυρίας μου έγραφε «Άχου και δε με νοιάζει, άχου και δε με νοιάζει» δανειζόμενο την ατάκα του πρωταγωνιστή της ασπρόμαυρης ελληνικής ταινίας «Κίτρινα γάντια».
Συνέχισε το λογύδριο του για την κούραση που βίωνε εν όψει των Ευρωεκλογών. Ότι έκανε σε μια μέρα 1500 χιλιόμετρα από τη μια άκρη σχεδόν της Ελλάδας στην άλλη για να ενισχύσει το κυβερνόν κόμμα, ότι έχει μέσα στο αυτοκίνητο του μια βαλίτσα πουκάμισα (και σώβρακα να υποθέσω), ότι είναι κατάκοπος από τον προεκλογικό αγώνα και άλλα που εύκολα τα φαντάζεστε.
Η τρίτη κοπέλα της παρέας τελείωνε το κούρεμα της, όπως ένοχα κατασκόπευε η κυρία μου, άρα τα βάσανα μας πλησίαζαν στο τέλος τους. Ώσπου άνοιξε η κυρία μου το στόμα της και ρώτησε αθώα τον κύριο, έτσι, για να φανεί ευγενική. «Κι εσείς? Ήρθατε για κούρεμα?». Για να λάβει την απάντηση που την έστειλε αδιάβαστη. «Όχι, εγώ ήρθα να περάσω ρίζα». Στον εγκέφαλο της εξερράγησαν χιλιάδες θαυμαστικά!!!! Του χαλάλισε δεύτερη ματιά. Είχε κομοδινί μαλλί όντως. Σκέφτηκε περίλυπη για ακόμη μια φορά ότι διοικούμεθα από ένα κάρο βλαμμένους φανφάρες. Ημιμαθείς ηλίθιους ιθύνοντες, κολλητάρια ξελιγωμένα για εξουσία, ανθρώπους χωρίς παιδεία και δυστυχώς χωρίς τιμή που τρέφονται από το βουτηγμένο στο χέρι μέλι. Άκου να περάσει ρίζα ο γελοίος! Η θηλυκοποίηση του άντρα! Σε όλα! Από την έκφραση μέχρι την πουτανιά! Έβλεπα και σε εκείνη την υποτιθέμενη επικοινωνιακή αντιπαράθεση : φρεσκοπερασμένες ρίζες είχαν αρκετοί γερόντοι. Τι λυπηρό φαινόμενο το κομοδινί μαλλί! Ή το κορακί! Τρισχειρότερο! Τι λυπηρά μυαλά βρίσκονται κάτω από τα βαμμένα μαλλιά!

10/6/09

ΤΙΣ ΠΤΑΙΕΙ ?

Ας είναι καλά οι εξετάσεις του Χόλιους για να μάθω κι εγώ την ιστορία του τόπου που απολαμβάνει τις συνθέσεις μου! Να φρεσκάρει επίσης η κυρία μου τις γνώσεις της μπας και την πείσω να δηλώσει συμμετοχή σε τηλεπαιχνίδια γνώσεων και βγάλουμε κανένα φράγκο. Αντιγράφω από τα διαβάσματα μάνας και γιού. Παρεπιπτόντως θα σας μεταφέρω την εικόνα του μόχθου τους. Όσο διάβαζαν, η κυρία μου αποκτούσε σταδιακά μαλλιά - καρφάκια και όταν τελείωναν και σερνόταν μισολιπόθυμη από την εξάντληση στο κρεβάτι της, ο Χόλιους χτένιζε τα μαλλιά καρφάκια και έβγαινε να ξεσκάσει! Αντιγράφω.

ΝΕΟΤΕΡΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Γ΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΑ 20
Από την έξωση του Όθωνα (1862) έως το κίνημα στο Γουδί (1909), σελ. 61
Εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις
Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος ήταν ο πολιτικός που δέσποσε την περίοδο 1864 – 1881. Ως πρωθυπουργός προχώρησε σε διανομή των εθνικών γαιών (1871) που είχαν μείνει αδιάθετες και επιδίωξε τη διεύρυνση των ελληνικών συνόρων. Αρκετές επιλογές του, ιδίως στην εξωτερική πολιτική, έβρισκαν αντίθετο τον Γεώργιο, που τον απομάκρυνε όταν ο Κουμουνδούρος αποφάσισε την αποστολή ελληνικού στρατού για την ενίσχυση της κρητικής επανάστασης των ετών 1866 – 1869.
Γενικότερα, ο κοινοβουλευτισμός λειτουργούσε με προβλήματα. Με δεδομένο ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν ήταν μόνιμοι, πολλοί πολίτες πίεζαν τους βουλευτές για να εξασφαλίσουν κάποιο διορισμό στο δημόσιο. Καθώς δεν υπήρχαν συγκροτημένα κόμματα, οι βουλευτές, με τη σειρά τους, στήριζαν με την ψήφο τους στη Βουλή εκείνον τον πολιτικό αρχηγό που τους εξασφάλιζε διορισμούς των οπαδών τους.
Ο κυριότερος, ωστόσο, παράγοντας πολιτικής αστάθειας ήταν ο βασιλιάς, που, όταν διαφωνούσε με μια κυβέρνηση, δε δίσταζε να την ανατρέψει. Την αντίθεση του σε αυτήν την πρακτική εξέφρασε ένας νέος πολιτικός, ο Χαρίλαος Τρικούπης, σε άρθρο του υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τις πταίει?» (1874). Σύμφωνα με τον Τρικούπη, ο βασιλιάς θα έπρεπε να διορίζει πρωθυπουργό μόνο εκείνον που είχε τη «δεδηλωμένη» εμπιστοσύνη της Βουλής, δηλαδή την υποστήριξη της πλειοψηφίας των βουλευτών.
Αντιμέτωπος με αυτήν την κριτική, ο Γεώργιος διόρισε, το 1875, τον επικριτή του Χαρίλαο Τρικούπη προσωρινό πρωθυπουργό για να πραγματοποιήσει εκλογές. Κατά την έναρξη των εργασιών της νέας Βουλής, ο Γεώργιος εκφώνησε λόγο γραμμένο από τον Τρικούπη (Λόγος του Θρόνου) στον οποίο αναγνώριζε την αρχή της δεδηλωμένης. Έτσι άρχισε μια νέα φάση στην πολιτική ζωή της Ελλάδας.
Ο δικομματισμός. Η καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης οδήγησε τα μικρά κόμματα, που δεν μπορούσαν, πλέον, να παίζουν αυτόνομα κάποιο σημαντικό ρόλο, είτε στην εξαφάνιση είτε στην ενσωμάτωση σε μεγαλύτερα κόμματα. Έτσι, τη δεκαετία 1885 – 1895, εναλλάσσονταν στην εξουσία δύο κόμματα, με επικεφαλής το ένα τον Χαρίλαο Τρικούπη και το άλλο τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Το σύστημα αυτό ονομάστηκε δικομματισμός.

Είδατε από πότε ξεκίνησε το χάλι του Δημοσίου? Προσωπικώς εξεπλάγην! Και ηπελπίσθην!

8/6/09

Η IBEN ΚΙ ΕΓΩ

Το πρωινό του Σαββάτου ξεκίνησε όπως πάντα. Η κυρία μου ήταν στο σπίτι, σηκώθηκε νωρίς και με πήρε στην κουζίνα, μου έβαλε τα φρούτα μου, καθάρισε το κλουβί μου, με μπανιάρισε στην κεντρική μπανιέρα του σπιτιού και με έβγαλε στο μπαλκόνι. Τον τελευταίο καιρό έχω αποφασίσει να κατατροπώσω τους ανταγωνιστές μου. Το χρυσό μου λαρύγγι παραδίδει μαθήματα φωνητικής σε όλη τη γειτονιά! Γύρω στις 11 εκείνο το πρωί του Σαββάτου και ενώ συνέθετα τους παιάνες μου, γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω μπροστά στην πόρτα μου να με περιεργάζεται ένα γελαστό, άγνωστο πρόσωπο. Κόντεψα να το πάθω το έμφραγμα! Ποια ήταν αυτή που τολμούσε να με περιεργάζεται και να μου χαλάει την ησυχία και βέβαια το τραγούδι? Πώς και δεν ενημερώθηκα εγκαίρως για αυτούς τους ερχομούς, για αυτές τις αλλαγές? Τι σπίτι κι αυτό! Θα με πεθάνουν με τις εκπλήξεις τους!
Έτσι κάπως προέκυψε στη ζωή μας, περίπου ξαφνικά, η Iben από τη Νορβηγία. Όλα έχουν αφετηρία την καλοσύνη των κυρίων μου και την ανεπτυγμένη αίσθηση της φιλοξενίας που τους διέπει. Θα σας εξηγήσω.
Στο καλοκαιρινό σπίτι των Κουκουβάτων, πατρικό του παππού μας, παραθερίζει κάθε καλοκαίρι η γιαγιά Σοφία, για πάνω από 3 μήνες. Πηγαίνουμε κι εμείς εκεί τα τελευταία χρόνια για τις διακοπές μας, έτσι ώστε να εμπλουτιστούν τα κεφάλαια των βιβλίων «Διαβιώ σαν μπαλαρίνα στις διακοπές μου», «Κάνω ακόμα μια φορά ό,τι θέλει η γιαγιά Σοφία», «Έρχομαι να φάω στην ώρα μου», «Ξεκουράζομαι υποχρεωτικά το μεσημέρι» κλπ, κλπ. Το σπίτι μας είναι παραδοσιακό πέτρινο, αναπαλαιωμένο με φροντίδα της γιαγιάς. Αποτελούσε ένα από τα αρχοντικά του χωριού και επειδή βρισκόταν κοντά στο πηγάδι και σε σταυροδρόμι, από το μπαλκόνι του γίνονταν οι ομιλίες εκείνης της εποχής. Δε θα πω άλλα για το σπίτι γιατί δεν είναι η ώρα τώρα. Απέναντι μας είναι ένα ανάλογο σπίτι, όχι όμως αναπαλαιωμένο και τόσο φροντισμένο, το οποίο πουλήθηκε αρχικά σε ένα Δανό και κατόπιν σε μια οικογένεια Νορβηγών. Κάθε χρόνο έρχονταν από τη μακρινή τους χώρα και περνούσαν ένα μήνα στο χωριό, συνήθως τον Ιούλιο. Αρχικά πιστεύαμε ότι σύντομα θα πουλούσαν και αυτοί το σπίτι, σε κάποιον επόμενο Σκανδιναβό αλλά διαψευστήκαμε. Αγάπησαν πολύ το χωριό μας, όπως άλλωστε όλοι όσοι το επισκέπτονται.
Κάθε χρόνο έκαναν βήματα προόδου και αυτοί και εμείς. Ξεπρόβαλλαν δειλά δειλά μέσα στη ζωή του χωριού και δεδομένης της καλής διάθεσης των απέναντι γειτόνων περιβλήθηκαν από αγάπη. Τα κορίτσια μεγάλωσαν και ομόρφυναν, έπαψαν να είναι τόσο ντροπαλά, η γιαγιά Σοφία πέταξε γέφυρες μαρμελάδας, τυρόπιτας και ντολμάδων. Η συνεννόηση γινόταν με την παγκόσμια γλώσσα της νοηματικής και του χαμόγελου εκτός από το διάστημα που ερχόταν η κυρία μου, η οποία πλήρωνε τη νύφη με την έννοια των αμοιβαίων επεξηγήσεων και τοποθετήσεων στα αγγλικά. Κάθε καλοκαίρι μας έφερναν καπνιστό σολομό Νορβηγίας που δεν ξέραμε τι να τον κάνουμε και πώς να τον μαγειρέψουμε. Κι εμείς τους φορτώναμε φεύγοντας μέλια, ούζα, μαρμελάδες και χυλοπίτες. Η μεγάλη τους κόρη, η Iben, κουτσοέμαθε κάτι ελληνικά, η μικρή, η Marlen ήταν ακόμα πολύ ντροπαλή και εσωστρεφής.
Πριν από τρεις βδομάδες, ένα βράδυ η κυρία μου είχε χωμένη την προβοσκίδα της σε ένα βιβλίο σχετικό με τη δουλειά της και - ορκίζομαι ότι - έψαχνε αφορμή να τα παρατήσει, κοινώς να τα σιχτιρίσει. Χτύπησε το κινητό της και την άκουσα να μιλάει αγγλικά. Δεν ήξερα τι να υποθέσω καθότι ξέρω ότι αυτά τα αποφεύγει όσο μπορεί. Έστησα αυτί λοιπόν γελώντας χαιρέκακα με την ταλαιπωρία που βίωνε. Ήταν η Iben από τη μακρινή Νορβηγία η οποία μας παρακαλούσε να τη φιλοξενήσουμε 2-3 ημέρες μέχρι να βρει ένα διαμέρισμα για το διάστημα του ενάμιση μήνα που θα έμενε στην Αθήνα. Χμ! άρα ερχόταν! Θα παρακολουθούσε ένα διακρατικό πρόγραμμα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας για αλλοδαπούς φοιτητές, στη Φιλοσοφική του Πανεπιστημίου της Αθήνας, στου Ζωγράφου. Τα σχετικά με το πρόγραμμα τα γνώριζε από καιρό και είχε λάβει εγγυήσεις ότι θα φιλοξενηθεί από κάποιους (Κουκουβατίτες κατοίκους Αθηνών). Οι Νορβηγοί όμως δε γνωρίζουν και δεν έχουν δει την ελληνική ταινία «ο Ατσίδας» όπου αναλύεται λεπτομερώς η κατάσταση «στρίβειν δια του αρραβώνος». Πού να τα ξέρουν αυτά Νορβηγοί άνθρωποι! Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα δια το "δια ταύτα", κανένας δε βρέθηκε να σηκώσει (σαν άντρας) το κινητό του και να της απαντήσει ευθέως ότι δεν μπορεί να τη φιλοξενήσει. Το κορίτσι ακουγόταν περίπου απελπισμένο. Η σανίδα σωτηρίας προέκυψε από μας. Της είπαμε ότι μπορεί να έρθει να μείνει σπίτι μας για όσο καιρό θα διαρκέσουν τα μαθήματα της και για όσο θέλει.
Το κανονικό μου αφεντικό έλειπε στο Διακοφτερό, ο κύριος μου δούλευε τη νυχτερινή του υπηρεσία, ο Χόλιους τυλιγμένος στους εφιάλτες των εξετάσεων ροχάλιζε μακάρια εκείνο το χάραμα του Σαββάτου. Στις 2 η ώρα, χτύπησε το ρολόι, σηκώθηκε νυσταγμένη η κυρία μου και πήγε να παραλάβει τη νορβηγίδα από τη στάση - τέρμα του λεωφορείου του αεροδρομίου. Έτσι κάπως έγιναν τα πράγματα και είδα εκείνο το πρωί το γελαστό πρόσωπο της Iben να με περιεργάζεται και να ρωτάει τι πουλί είμαι. Δεν έχουν φαίνεται καναρίνια στη Νορβηγία. Έτσι κι εγώ βάλθηκα να την ξεκουφάνω. Ξεδίπλωσα μπροστά της όλο μου το ρεπερτόριο!
Το δωμάτιο του κανονικού μου αφεντικού γέμισε κοριτσίστικα πραγματάκια και μικροσκοπικά ρουχαλάκια, το μπάνιο της κυρίας μου νέα μπουκαλάκια και πινελάκια δίπλα στα εκατοντάδες ήδη υπάρχοντα. Η γιαγιά Σοφία ανασκουμπώθηκε στη μαγειρική. Ο Χόλιους περιχαρής έδωσε σήμα στους φίλους του ότι το βράδυ θα συνοδεύσουν το κορίτσι στο Μικρολίμανο. Ήρθαν να την πάρουν κορδωμένοι σα γαλοπούλες, με τόνους ζελέ στο μαλλί και αυτόματα ο Φανούρης συστήθηκε ως Φαν και σκάσαμε όλοι στα γέλια!
Φεύγοντας τα παιδιά, ο κύριος μου αναρωτήθηκε φωναχτά γιατί δεν απέκτησε κι εκείνος με την κυρία μου ένα κοριτσάκι, για να εισπράξει ένα λίβελο για τα σπερματοζωάρια του που - κατά την κυρία μου - ήταν μόνο αγορίστικα!